Δευτέρα 5 Νοεμβρίου 2012

Η "Ελευθερία" του Κρούστσεφ.....





Κάποτε ο Κρούστσεφ μιλούσε σε μια συγκέντρωση 

συντρόφων ελεεινολογώντας τον Στάλιν. Έφτασε να 

αφηγηθεί πως ο ερυθρός τσάρος, χτυπώντας παλαμάκια, 

πρόσταζε αυτόν, τον Κρούστσεφ, να χορεύει τον γκοπάκ 

(έναν λαϊκό, καραγκιόζικο χορό). 

-Και συ τι έκανες; ρώτησε κάποιος από το βάθος της 

αίθουσας. 

-Τον χόρευα! απαντάει ο Κρούστσεφ.

 -Και γιατί το ‘κανες; ρωτάει πάλι η φωνή. -


Ποιος είναι που το ρωτά; ζητεί να μάθει ο νέος τσάρος. 


Κανείς δεν αποκρίθηκε… 


-Ε, να γιατί τον χόρευα! λέει ο Κρούστσεφ.



ΑΙΜΙΛΙΟΣ ΧΟΥΡΜΟΥΖΙΟΣ “ΟΙ ΛΑΧΝΟΙ ΤΟΥ 

ΕΡΕΜΠΟΥΡΓΚ” 14/1/1962 από το βιβλίο

“ΣΤΡΑΤΕΥΣΗ ΚΙ 

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ”

Τρίτη 2 Οκτωβρίου 2012

Όνειρα Καλημερινά ....



"...με το να περιμένω να ρθεις...περάσαν χρόνια..."

κάπως έτσι ξυπνάς ένα πρωί, δηλαδή τί ένα ΟΛΑ τα Πρωϊνά
όλα γύρω σου Απαιτούν από σένα,

πραότητα, ΕΥΓΈΝΕΙΑ, Υπομονή, ετοιμότητα, εντιμότητα,

Αποτελεσματικότητα

κι εσύ απλά...δεν... 

χωρίς κάποιο συγκεκριμένο λόγο,

απλά...δεν.... 

γιατί περίμενες την ευκαιρία που θα 'ρχοτανε

την επόμενη μέρα,

το ελπιδοφόρο αύριο,

γιατί νέος/α ήσουνα ακόμα μωρέ,

είχες χρόνια μπροστά σου,

γιατί τα καλύτερα έρχονται

γιατί δεν μπορεί να γίνει αλλιώς...

μάλλον τον χάσανε τον δρόμο τους τα καλύτερα

κι είναι κι αυτή η κούραση που σε καταβάλει...

παράξενη κούραση κι ακινησία...

στέκεις ακίνητος/η και κοιτάς στο κενό

περιμένοντας ένα πλοίο που δεν έρχεται ποτε...

ποτέ σου όμως δεν σκέφτηκες πως ίσως περιμένεις

σε λάθος αποβάθρα...

ωραία Κοιμωμένη μου ώρα να ξυπνήσεις...

κοιμήθηκες την μισή σου ζωή

ε...φρόντισε τουλάχιστον να ζήσεις την υπόλοιπη μισή...

κι άσε τον Πρίγκιπα

έμπλεξε στην κίνηση κι αργεί...

ξύπναΑΑΑΑΑ!

Τελικό Συμπέρασμα : όταν δεν αναλαμβάνουμε την ευθύνη

της ζωής μας

τι ψάχνουμε να βρούμε την γαλήνη της ψυχής μας?

μπααααααααααααα!!!!

καλημέρα σε όλους!
!! 
Shambhala !!

Τρίτη 25 Σεπτεμβρίου 2012

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ ...




Ελισσάβετ Κομνηνού : ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ ...




Τζαμιά και μιναρέδες στην ομίχλη

Ανάμνηση από λάσπη

και πηχτά ανθρώπινα πλήθη

Μιλούν τις γλώσσες του αγνώστου

και τις μουσικές του νόστου


Με μπαχάρια μυρωδικά

και κάθε λογής αγαθά

ανταλλάσσουν το άπιαστο με την έρευνα

το χέρι και το βλέμμα με το αίσθημα

τη φλόγα και το αρχαίο φίδι

με του Βοσπόρου το γαλάζιο φρύδι...


Όμως «Κωνσταντινούπολη» σημαίνει

αυτό ακριβώς που δεν ανταλλάσσεται:

Γυναίκα ώριμη με παρελθόν και πνεύμα

που όλοι τη θέλουν

και δεν ανήκει σε κανένα 


Από την συλλογή Μωσαϊκό τοπίων και λόγων Εκδόσεις: Δωδώνη, 1992

O Φρεντερίκ Μιστράλ (φιλέλληνας) : Ο Ελληνικός Ύμνος (ποίημά του)


[Αγνάντια στη σκυφτή και ντροπιασμένη Ευρώπη / ας πιούμε ξέχειλη τη δόξα, παλικάρια. / Κι αν πρέπει να πεθάνουμε για την Ελλάδα, / θεία είν' η δάφνη! Μια φορά κανείς πεθαίνει.]




Ο ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΥΜΝΟΣ


**Με την αυγή και η θάλασσα μενεξεδένια


λάμπει, και με το φως τα πάντα ξανανιώνουν.


Να η άνοιξη γυρίζει, να το χελιδόνι


στον Παρθενώνα ξαναχτίζει τη φωλιά του!


Πανίερη Αθηνά, τίναξε το πουλί σου


στ' αμπέλια μας απάνου τα σαρακωμένα.


Κι αν πρέπει να πεθάνουμε για την Ελλάδα,


θεία είν' η δάφνη! Μια φορά κανείς πεθαίνει.



**Αγάλια αγάλια αποχρυσώνεται το κύμα,


να η άνοιξη γυρίζει, μα στα κορφοβούνια


του Προμηθέα τα σπλάχνα σκίζοντας ένα

όρνιο
μεγάλο, ασάλευτο ξανοίγεται μακριάθε'

για να διώξεις το μαύρο γύπα που σε τρώει,


αρμάτωσέ μας, νέε νησιώτη, το καράβι.


Κι αν πρέπει να πεθάνουμε για την Ελλάδα,


θεία είν' η δάφνη! Μια φορά κανείς πεθαίνει.



**Τ' ανάκρασμα τ' ακούτε της αρχαίας Πυθίας:


"Νίκη στων ημιθέων τ' αγγόνια!" Από την 'Ιδη


ως στης Νικαίας τ' ακρογιάλια ξανανθίζουν


αιώνιες οι ελιές. Με τ' άρματα στα χέρια


εμπρός! Τα ύψη των βουνών ας τ' ανεβούμε,


τους σαλαμίνικους αντίλαλους ξυπνώντας!


Αν πρέπει να πεθάνουμε για την Ελλάδα,


θεία είν' η δάφνη! Μια φορά κανείς πεθαίνει.



**Κι έλα, ετοιμάστε τα λευκά φορέματά σας,


αρραβωνιαστικές, για να στεφανωθείτε


στο γυρισμό τους ακριβούς σας' μέσ' στο λόγγο


γι' αυτούς που σας γλιτώσανε κόφτε τη δάφνη.


Αγνάντια στη σκυφτή και ντροπιασμένη Ευρώπη,


ας πιούμε ξέχειλη τη δόξα, παλικάρια.


Κι αν πρέπει να πεθάνουμε για την Ελλάδα,


θεία είν' η δάφνη! Μια φορά κανείς πεθαίνει.



**'Ο,τι έγινε μπορεί να ξαναγίνει, αδέρφια!


Στων πυρωμένων τούτων βράχων τη λαμπράδα


με σάρκα θεία μπόρεσ' ο άνθρωπος να ντύσει


το φωτερότερο κι απ' όλα τα όνειρά του.


Κι η χριστιανή ψυχή βουβή εκεί πέρα θα είναι;


Κι εμείς ενός κορμού ξερόκλαδα εκεί πέρα;


Κι αν πρέπει να πεθάνουμε για την Ελλάδα,


θεία είν' η δάφνη! Μια φορά κανείς πεθαίνει.


        
**λίγα λόγια της

βιογραφίας του

Φρεντερίκ

Μιστράλ:


Φρεντερίκ Μιστράλ (1830-1914) γεννήθηκε σ' ένα χωριό της κοιλάδας του Ροδανού στην Νότια Γαλλία από εύπορη αγροτική οικογένεια. Σπούδασε στο Βασιλικό Κολλέγιο της Αβινιόν, όπου μελέτησε Όμηρο και Βιργίλιο, και το 1851 έλαβε το πτυχίο της Νομικής από το Πανεπιστήμιο της Αιξ-Αν-Προβάνς. Μολονότι είχε αρχίσει να γράφει ποιήματα όντας ακόμα μαθητής και είχε από τότε εκδηλώσει την πρόθεσή του να γίνει ποιητής, δημοσίευσε την πρώτη συλλογή του το 1852 ακολουθώντας την επιθυμία του πατέρα του να ολοκληρώσει πρώτα τις σπουδές του. Τα πρώτα του ποιήματα τα έγραψε στην μητρική του γλώσσα, την προβηγκιακή - οξιτανική όπως είναι γνωστή -, και το 1854 μαζί με άλλους 6 νέους ποιητές ίδρυσε τον λογοτεχνικό και πολιτιστικό σύνδεσμο Félibrige που είχε σκοπό την διατήρηση της γλώσσας και των εθίμων της Προβηγκίας. Σκοπός στον οποίο δόθηκε ολόψυχα ο Μιστράλ, και που γι αυτόν προσέφερε ένα σημαντικό έργο εικοσαετούς εργασίας του, το δίτομο λεξικό Lou Tresor dóu Felibrige, όπως και τα χρήματα του βραβείου Νόμπελ που τα χρησιμοποίησε για την ίδρυση ενός εθνογραφικού προβηγκιανού μουσείου στην Αρλ. Γνωστός για τα φιλελληνικά του αισθήματα, έτρεφε αγάπη και απεριόριστο θαυμασμό για την χώρα μας, που τον αποτύπωσε στο ποίημά του Ο ελληνικός ύμνος 





******************************************************











Κυριακή 16 Σεπτεμβρίου 2012

Οι σάλπιγγες αναγγέλλουν κρεμάλες....




"Οι σάλπιγγες αναγγέλλουν κρεμάλες,

 κι ασήμαντα ανθρωπάκια εξαγγέλλουν

 όσα δεν θα μπορέσουν να κάνουν ποτέ"
      Τσαρλς Μπουκόφσκι 

"Ένα ποίημα είναι μια πόλη, ένα ποίημα είναι ένα έθνος, / Ένα ποίημα είναι ο κόσμος...". Γι' αυτό λοιπόν που είναι το ποίημα και επειδή όλοι μας θέλουμε, δεν θέλουμε είμαστε μέσα στην πόλη, είμαστε μέσα στο έθνος, είμαστε μέσα στον κόσμο ομοουσίως, άρα είμαστε η ύλη του ποιήματος ακόμη κι όταν όζει τυμπανιαίο εντός μας επειδή το θανατώνουμε, επειδή αυτό είναι η κόλαση απ' όπου έρχεται λυσσασμένη από πείνα και δίψα η αγάπη, γι' αυτό ξαναδιαβάζω τους τελευταίους στίχους του: "Οι σάλπιγγες αναγγέλλουν κρεμάλες. / κι ασήμαντα ανθρωπάκια εξαγγέλλουν / όσα δεν θα μπορέσουν να κάνουν ποτέ".
Αυτό είναι το τρομακτικό με τα ποιήματα: ότι έρχεται πάντοτε η ώρα και η στιγμή που επαληθεύονται. Γιατί το ποίημα είναι η ίδια η πόλη στην πιο ακριβή της στιγμή όπου αστράφτει το λεπίδι της αλήθειας και της ένθεης όρασης. Είναι -το ποίημα- η στιγμή που η πόλη αντιλαμβάνεται τον σπαραγμό της και τον λέει. Είναι η στιγμή που ένα έθνος αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως κόσμο που διαρκώς ποιείται και διαρκώς πληγώνεται.
Δεν έχει σημασία το πώς συντελείται η διαδικασία του ποιήματος ή το ποιους δρόμους και ποιες διόδους χρησιμοποιεί. Σημασία έχει ότι πάντοτε έρχεται η στιγμή όπου το ποίημα γίνεται ένυλο αφού η πραγματικότητά του είναι το ακριβώς, απολύτως ακριβώς της πραγματικότητας που ζούμε. Ας ρίξουμε μια ματιά γύρω μας. Ας κολυμπήσουμε σε όλους τους ωκεανούς από μελάνι, ας ριγίσουμε μέσα σε όλους τους εφιάλτες, ας γίνουμε εχθροί με όποιον κατοικεί στην πόλη και στο έθνος και στον κόσμο, ας αναρριχηθούμε σε όλα τα παγόβουνα των πάσης φύσεως "Τιτανικών", ας ακούσουμε όλες τις πολεμικές σειρήνες και όλες τις καμπάνες των κινδύνων, ας υποταχθούμε. Τίποτε δεν πρόκειται να αλλάξει το γεγονός που λιώνει όλα τα μέταλλα των συμπερασμάτων και τα ρίχνει μέσα σε καλούπια άχρηστων σκευών προορισμένων να χρησιμοποιηθούν σε μια άχρηστη ζωή. Τίποτε δεν πρόκειται να αλλάξει το γεγονός του τρόμου: "Οι σάλπιγγες αναγγέλλουν κρεμάλες, / κι ασήμαντα ανθρωπάκια εξαγγέλλουν / όσα δεν θα μπορέσουν να κάνουν ποτέ".

Έναν - έναν τους βλέπουμε να περιφέρονται σπουδαιοφανείς και ακατάληπτοι. Γελοίοι όπως οι παλαίμαχοι ποδοσφαιριστές που αναλύουν τους ποδοσφαιρικούς αγώνες του ελληνικού πρωταθλήματος με ύφος τόσο σοβαρό λες και αναλύουν την ευεργετική επίδραση των υδατοπτώσεων στις ανανεούμενες πηγές ενέργειας. Και μάλιστα τόσο φανερά γελοίοι ώστε να αναλύουν ως εκπρόσωποι ομάδων των ίδιων τριών ομάδων. Και μάλιστα τόσο επικίνδυνα γελοίοι ώστε η πόλη να μην αναρωτιέται για το ποιος πληρώνει τη γελοιότητα. Διότι τους γελοίους τους πληρώνει, η πόλη, πληρώνοντας ακριβώς το αντίτιμο της δικιάς της έκπτωσης με τη γελοιότητα της αδιαμαρτύρητης χειραγώγησης και υποταγής. Έναν - έναν τους βλέπουμε τους σαλπιγγιτές του τρόμου:
Από τον φαιότερο των υπουργών μέχρι τους φαιότερους των τηλεπαρουσιαστών. Από τους φασίστες υπό την λεοντή της δημοκρατίας μέχρι τους φασίστες της εκκλησιαζόμενης αγάπης. Από τους χυδαίους των τραγουδιών, μέχρι τους χυδαίους που εμπορεύονται αυτά τα τραγούδια. Από τους φαιούς (μέχρι βαθμού γελοίων υποκειμένων) τραπεζίτες μέχρι τους δρεπανηφόρους χρηματιστηριακούς παράγοντες. Βλέπουμε τον τρόμο της ασημαντότητας που όμως είναι η κορυφή ενός τεράστιου παγόβουνου καμωμένου από εκατομμύρια τόνους ασήμαντων πράξεων, ασήμαντων σκέψεων, προσχηματικών ερώτων ταπεινότατων επιδιώξεων, αδίστακτων μέσων, χυδαίας προθυμίας σε κάθε συναλλαγή και τεράστιας επιθυμίας να είσαι εσύ αυτός που κρατάει τη σάλπιγγα.
Όχι δηλαδή απλώς οικειοθελώς και αυτοβούλως, αλλά διαγκωνιζόμενος άγρια προκειμένου να γίνεις ασήμαντος μέχρι τη στιγμή που θα αντιληφθείς ότι σπατάλησες πόρους και αίμα ανεπανάληπτο ώστε άλλοι να γίνουν πιο αδίστακτα ασήμαντο από σένα. Ο Τρισέ ας πούμε είναι ένα τίποτα. Ο Γκούνκερ επίσης. Το ίδιο και οι περίφημες "αγορές". Όλη αυτή η άνω αγριότητα του λούμπεν πλούτου που στην ουσία της δεν είναι τίποτε άλλο παρά η άλλη όψη της κάτω αγριότητας που προκαλεί η λούμπεν φτώχεια. Η ανείπωτη φρίκη του τίποτα που αναπαράγει το τίποτα. Αυτό λέγεται υβριστική μετάλλαξη της ύπαρξης.
Κι εμείς τους ακούμε. Με ευπειθή οργή των τακτικών σχηματισμών. Τους ακούμε γιατί το ποίημα είναι εξόριστο από την πόλη. Δηλαδή εμείς είμαστε εξόριστοι από την πόλη. Η πόλη είναι άδεια. Μεταναστεύσαμε στα σπίτια μας. Και "οι σάλπιγγες αναγγέλλουν κρεμάλες, / κι ασήμαντα ανθρωπάκια εξαγγέλλουν / όσα δεν θα μπορέσουν να κάνουν ποτέ".
Ο δρόμος είναι ελεύθερος. Σχεδόν. Γιατί ακούγεται και "μια μακρινή μουσική μέσα από τζάμια σπασμένα" που λέει ο Μπουκόφσκι.

(άρθρο του 
Καναβούρης Κ.
Ημερομηνία δημοσίευσης: 21/02/2010)