Πέμπτη 19 Φεβρουαρίου 2015

«Θέλω να σας μιλήσω πάτερ για κάτι σοβαρό».

«Θέλω να σας μιλήσω πάτερ για κάτι σοβαρό».
Η κοπέλα στεκόταν στην είσοδο του ιερατικού γραφείου, περιμένοντας την άδεια για να προχωρήσει. Δεν είχε παρουσιαστικό «θρησκευόμενου» ανθρώπου. Φορούσε κολλητό παντελόνι και ήταν βαμμένη έντονα.
Ο ηλικιωμένος ιερέας την κοίταξε με καλοσύνη. «Παρακαλώ. Ότι θέλετε!».
Η κοπέλα προχώρησε και κάθισε μπροστά στο γραφείο του ιερέα.

«Θέλω τη συμβουλή σας», είπε κοφτά και με αποφασιστικότητα. «Η μητέρα μου είναι στα τελευταία της. Έζησε μεγάλο μέρος της ζωή της δουλεύοντας τη νύχτα σε άσχημα μέρη… Ξέρω… Ίσως να σας σκανδαλίζω λίγο…». Δίστασε κοιτάζοντας τον ιερέα εξεταστικά αλλά με ειλικρίνεια στα μάτια της.
«Παρακαλώ, συνεχίστε».«Η μητέρα μου με τα χρήματα που κέρδιζε κατάφερε να μεγαλώσει εμένα και τον αδερφό μου χωρίς να χρειαστεί να μας δώσει σε ξένα χέρια. Πατέρα δε γνωρίσαμε…
Αλλά δε μεγάλωσε μονάχα εμάς. Τα μισά της χρήματα και παραπάνω τα έδινε πάντα σε ελεημοσύνες. Πολλά παιδιά μεγάλωσαν χάρη σ’ αυτή. Κάποια μάλιστα σπούδασαν κιόλας χάρη στη μητέρα μου. Σε όλη της τη ζωή, η ελεημοσύνη ήταν πρώτιστο καθήκον… Τώρα πεθαίνει. Με δυσκολία επικοινωνεί. Θα ήθελα να εξομολογηθεί και να κοινωνήσει αλλά δεν ξέρω πώς να της το πω… Καταλαβαίνετε… δεν είχε ποτέ ιδιαίτερη σχέση με την Εκκλησία…
 Δεν ήταν τελείως αδιάφορη αλλά… καταλαβαίνετε…».
Ο ιερέας είχε το βλέμμα χαμηλωμένο και άκουγε με κατανόηση.
«Μη στενοχωριέστε», της είπε. «Κάνατε αυτό που έπρεπε. Τώρα θα κάνουμε και οι δυο προσευχή για τη μητέρα σας. Κι ο Θεός θα δείξει τον τρόπο. Πάντως όπως και να ’χει, να θυμάστε ότι ο Θεός δεν πρόκειται να αφήσει τέτοια ελεημοσύνη δίχως μετάνοια…».
Πέρασαν μέρες. Ο Ιερέας δεν είχε κανένα νέο από εκείνη την κοπέλα. Κι έξαφνα ένα πρωί είδε την αναγγελία θανάτου της μητέρας κολλημένη σε μια κολώνα, Πήρε απόφαση και πήγε στην κηδεία.
Στο τέλος της ακολουθίας τον πλησίασε η κοπέλα. Τον χαιρέτησε ευγενικά και τον ευχαρίστησε που ήρθε να τους συλλυπηθεί. Ήταν πολύ καταβεβλημένη.
«Στενοχωριέμαι πολύ για την ψυχή της μητέρας μου, πάτερ», του είπε.
«Να μη στενοχωριέστε. Σας είπα: αφού η μητέρα σας έδειξε στη ζωή της τέτοια ελεημοσύνη, ο Θεός αποκλείεται να την άφησε χωρίς μετάνοια και συγχώρηση. Αυτό μονάχα μπορώ να σας πω εγώ. Τα υπόλοιπα τα ξέρει μονάχα Εκείνος…».
Τους πλησίασε ένας νεαρός.
«Πάτερ, να σας γνωρίσω τον αδερφό μου». Ακολούθησαν συστάσεις. «Ο πάτερ από δω είναι στην αγία Φωτεινή… ξέρεις… λίγο πιο πάνω από το σπίτι της μαμάς…», είπε στον αδερφό. «Πάντως, πάτερ, δε σας το κρύβω πως λυπάμαι που έφυγε έτσι», ξαναστράφηκε στον ιερέα. «Ίσως έπρεπε να ήμαστε πιο επίμονοι. Δεν ξέρω… καταλαβαίνω τι μου λέτε αλλά δεν έχω τόση πίστη για να παρηγορηθώ από αυτό…».
«Τι συνέβη;», παρενέβη ο αδερφός.
«Να, είχα πάει πριν αρκετές μέρες στον πάτερ να του ζητήσω να έρθει να εξομολογήσει και να κοινωνήσει τη μαμά αλλά διστάσαμε κάπως… δεν ξέραμε πώς θα το πάρει εκείνη… και να που τώρα δεν προλάβαμε…».
Ο αδερφός έδειξε να ξαφνιάζεται. Χαμογέλασε και είπε:
«Μη στενοχωριέσαι, προλάβαμε… Προχθές τo βράδυ που έλειπες, η μαμά σαν να ξύπνησε αίφνης από το λήθαργό της, γύρισε προς το μέρος μου και -λες και δεν ήταν άρρωστη- μου είπε: «Πήγαινε γρήγορα στον άγιο Δημήτριο και φέρε εδώ τον παπά»… Αρχικώς απόρησα. Δεν ήθελα να της χαλάσω το χατήρι αλλά δεν περίμενα και να βρω κανέναν εκείνη την ώρα στην Εκκλησία… Εντούτοις ο παπάς ήταν εκεί. Του εξήγησα και ήρθε χωρίς καθυστέρηση… Πού να φανταστώ ότι εσύ είχες έρθει σε επικοινωνία με τον ιερέα της αγίας Φωτεινής… Συγγνώμη που δε σου είπα τίποτα αλλά με την κηδεία και τις μέριμνες το παρέλειψα… ή μάλλον για να είμαι ειλικρινής, δεν ήξερα πώς θα το πάρεις κιόλας… Δε μου είχες πει ότι θα πας σε παπά… Πάντως κοινώνησε…».
Ο ιερέας χαμογέλασε. Τους χαιρέτησε ευγενικά και αποχώρησε. «Δεν αφήνει ο Θεός την ελεημοσύνη ασυνόδευτη από μετάνοια», έλεγε και ξανάλεγε μέσα του με συγκίνηση…
Απόσπασμα από το Μικρό Γεροντικό Πόλεων «Όσο μπορείς», του Βασίλη Αργυριάδη



*************************************************************************************************************************

Τετάρτη 18 Φεβρουαρίου 2015

Υπάρχουν Αγάπες ...♫ .❤.•* ★


♫♩.❤


Καλέ μου... τί δεν θα'κανα για Σένα,
για να σέχω ένα δευτερόλεπτο 
απομακρυσμένοι από τον κόσμο
και κοντά σε μένα 

Καλέ μου ... όπως το ποτάμι Μαγδαλένα,
που χάνεται στην κινούμενη άμμο της Θάλασσας
θέλω να χαθώ και εγώ σε σένα...
♫♩.❤
Υπάρχουν Αγάπες 
που επιστρέφουν αντέχοντας τις καταστροφές
όπως το κρασί που γίνεται καλύτερο με τα χρόνια
έτσι μεγαλώνει αυτό που αισθάνομαι εγώ για σένα

Υπάρχουν Αγάπες 
που περιμένουν το Χειμώνα και Ανθίζουν 
και τις νύχτες του Φθινοπώρου ξανανθίζουν
όπως η αγάπη που αισθάνομαι εγώ για σένα.
♫♩.❤
Καλέ μου ...μην ξεχνάς τη θάλασσα
που τις νύχτες με είδε να κλαίω 

τόσες αναμνήσεις δικές σου 

Καλέ μου ... μη ξεχνάς τη μέρα 
που χωρίζω τη ζωή σου 
απο τη φτωχή ζωή μου 
που μου αναλογεί να ζήσω
♫♩.❤
Υπάρχουν Αγάπες 
που επιστρέφουν αντέχοντας τις καταστροφές
όπως το κρασί που γίνεται καλύτερο με τα χρόνια
έτσι μεγαλώνει αυτό που αισθάνομαι εγώ για σένα

Υπάρχουν Αγάπες 
που φαίνονται πως τελειώνουν και ανθίζουν 
και τις νύχτες του Φθινοπώρου ξανανθίζουν
όπως η αγάπη που αισθάνομαι εγώ για σένα.
♫♩.❤



Hay amores - Shakira 



¨`•♫♩.❤.•´.¸★.•♫♩❤









Τρίτη 17 Φεβρουαρίου 2015

Έμαθα ?

Έμαθα μέσα από τη κακία του κόσμου, την αδιαφορία την επιφανειακή κι με ημερομηνία λήξης της αγάπης τους.


Να κρατώ αποστάσεις πλέον να μην ενοχλώ να μην "με ενοχλουν" να μην πληγώνω να μην με πληγώνουν.Αγαπώ όλο το κόσμο ,από απόσταση όμως πλεον .Δεν  επενδύω σε φιλιες που σήμερα στηρίζονται σε χάρτινες βάσεις που με το πρώτο, φύσημα του αγέρα να σκίζονται.

Έμαθα να προσπαθώ να "συγκρατούμε" ώστε να μην πληγώσω τον διπλανό μου ,μα συνάμα αυτόματα στις επιθέσεις να αμύνομαι με τρόπο σταθερό.

Έμαθα να νοιάζομαι ,τον διπλανό μου να τον βοηθό να του στέκομαι κι να μην προσδοκώ από κείνον τίποτε, όχι όμως να τρώω κι σφαλιάρες.

Όταν με κάποιους ανθρώπους δε ταιριάζω φεύγω μακρυά συνεχίζοντας να τους αγαπώ διακριτικά κι να τους νοιάζομαι ακόμα.

Έμαθα να μην γυρεύω κανενός το κακό ,μα απλός να προσπερνώ Όποιον με πλήγωσε άσχημα.

Έμαθα να είμαι διακριτικός άνθρωπος ώστε να μην προκαλώ το φθόνο τον γύρο μου.

Έμαθα να ζω στη μοναξιά μου κι να κοιτώ από τη βιτρίνα, του δικού μου κόσμου την κοινωνία έξω.

Έμαθα να μην επιβάλω τη "παρουσια μου ,όταν καταλαβαίνω ότι είναι κάπου ανεπιθύμητη.

Έμαθα να μην επιβάλλομαι στους "γυρο μου να αφήνω το κόσμο να πράττει όπως νιώθει αρκεί να μην παραβιάζει τα όρια κι τα δικαιώματα μου.

Έμαθα να σέβομαι τους πάντες, ακόμα κι όταν αυτοί δε με σέβονται.

Έμαθα να είμαι μια αόρατη παρουσία μέσα στο πλήθος.

Έμαθα να ξέρω ποτε είναι η ώρα να φεύγω όταν δε με σηκώνει ένα μέρος.

Έμαθα να διαβάζω τα συναισθήματα των γύρων μου.

Έμαθα να κλαίω σιωπηλά μέσα στον ήχο της σιωπής μου.

Έμαθα μέσα από όλα αυτά που βίωσα βιώνω κι θα βιώνω να μην κάνω ότι δε θέλω να μου κάνουν

Σχέδον έμαθα να ΕΙΜΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΣ.
 Η Αγάπη θέλει ηρωισμό, θυσίες και όχι μόνο σε μια στιγμή ενθουσιασμού, αλλά κάθε μέρα και κάθε ώρα.
Θα με εκτιμήσεις γιατί με έχασες και με έχασες, γιατί δεν με εκτίμησες οπως μου αξιζε.
Οι λέξεις είναι δρόμος ...και η ενέργεια τους πάει μακριά όσο μακριά μπορεί να πάει η αγάπη σου γι αυτές !





*******************************************************************************

Αφιερωμένο στην πληγωμένη σας αγάπη!

Δέντρο μου, μοναχικό που καρτεράς της άνοιξής σου τα λουλούδια,πόσο σε ζηλεύω καλό μου,  πόσο πολύ σε θαυμάζω!
Μοναχή ψυχή, μέσα στην έρημο των ανθρώπων την αγάπη, ...χωρίς να σε νοιάζει η ιστορία, ή τι λένε για σένα οι λόγιοι, θνητοί.

Δέντρο μου μοναχό, εκεί στον κάμπο, που δροσοσταλίδες οι σκέψεις μου, στα κλαδιά σου ακουμπάνε.
Πες μου το μυστικό σου, πως γίνεται μέσα στην παγωνιά της μοναξιάς σου να ζεις, μέσα στο παγωμένο σου κορμί;
-Τότε το δέντρο μου χαμογέλασε, με έβαλε μέσα στην ψυχή του και, ενώ μιλιά δεν έχει, ακούμπησε το κορμί μου μέσα στου ξυλένιου κορμιού του την ψυχή μου…να το γευθώ…
Και άρχισε, το νερό στα σπλάχνα μου, ως δέντρο εμένα να μου μιλά…Χιόνι στο έξω σου βασιλιά μου είναι η αγάπη των ανθρώπων…

Μα εγώ ξέρω πως η αγάπη είναι η ζωή. Εσύ αγάπησες και η αγάπη της φύσης σε είδε και σε έβαλε μέσα στο κορμί της, που τα πάντα στην γη είναι αυτή.
Τότε σταμάτησε το δέντρο να μου μιλά, και έγινα ο τίποτα εγώ, το ξύλο του…
Και άκουγα το νερό να μου λέει: Εσείς οι άνθρωποι
ζείτε νεκροί από αυτό το πνεύμα που γνωρίζεις βασιλιά μου.
Τώρα που έγινες δέντρο, νιώσε τα περσινά φύλλα σου τα νεκρά και πεθαμένα για τους ζωντανούς ανθρώπους...
Μέσα στου ξύλου την τροφή, ζουν ποιο δυνατά, στην ψυχή του ξύλου τούτου του δέντρου που εσύ στα σπλάχνα του τώρα ζεις…

-Τότε σκίρτησαν τα σπλάχνα μου και μάτωσε η καρδιά μου
και φώναξα προς την αγάπη: Θεέ μου, Θεέ μου, αυτό το δέντρο ήμουν και έψαχνα Θεό;
-Τότε άστραψε ο ουρανός...
μα στάσου... αυτή η λάμψη είμαι εγώ, αυτή η λάμψη είναι η ματιά μου.
Και ως άνεμος στα ξαφνικά βρέθηκα να ανεμίζω στα κλαδιά του δένδρου του δάσους μου.
Τότε πάλι αναφώνησα και είπα:
Θεέ μου Θεέ μου τι γίνεται εδώ ήμουν άνεμος και έψαχνα Θεό;
Χαχαχαχα...
...ακούστηκε να μου γελά ο άνεμος!
Όχι Βασιλιά μου, απλά αγάπησες και η καρδιά μου σε είδε και σε έβαλε μέσα στη ψυχή μου.
'Ανεμε, βγες έξω θέλω να σε δω βγες έξω όταν σου μιλάω θέλω να σε θωρώ.
Χαχαχα...
...βρε βασιλιά μου, μου απάντησε ο άνεμος,
υπάρχει άλλο πρόσωπο εκτός απο την αγάπη;
Τότε δάκρυσα από συγκίνηση και βρέθηκα να είμαι ο άνεμος και να ΄χω το πρόσωπό σου.
Μα τότε πάλι σκίρτησαν τα σπλάχνα μου και έσπασε σε χιλιάδες κομμάτια η καρδιά μου.
Και βρέθηκα να είμαι σε άλλη γη και σε άλλο ουρανό,
να είμαι μέσα στο σύμπαν και ένα δάκρυ ψηλά ως ήλιο να θωρώ και απόρησα....
μα πριν προλάβω κάτι να σκεφτώ ακούστηκε φωνή απο τον ουρανό:
Τι θέλεις; Τι ζητάς;
Ως ξένος σε αυτό δάκρυ γιατί κοιτάς;
Και τότε απάντησα προς την φωνή: μα τι πόνος είναι αυτός;
Μα ποιά αγάπη μπορεί τόσο πολύ να αγαπάει;
Τότε απάντησε πάλι η φωνή:
Αυτό το δάκρυ είναι της μάνας γης της χήρας γεννημένης αγάπης!
Τότε κύλησε το δάκρυ προς την γη,
και ευθύς τότε και εγώ μαζί του δάκρυσα.
Και σκεπτόμενος πως όταν η μεγαλύτερη αλήθεια στη γη είναι το μεγαλύτερο τους ψέμα, τότε ποιά αγάπη να ψάχνω εγώ να βρω;
Πήρα τα συντρίμμια της καρδιάς μου και το δάκρυ αυτό το αγκάλιασα να μην είναι πια ορφανό...
Μα τότε άστραψε ο ουρανός και βρέθηκα να είμαι πάλι στης γης το χώμα...
μα καρφωμένος επάνω σε ένα σταυρό...
και να ΄χω στα μάτια μου την Παναγία.
Και εκεί που μου ήρθε να πω στον πόνο μου ΙΛΗ ΙΛΗ....
μα στάσου την γνωρίζω αυτή την ιστορία...
και λέω προς την Παναγία...
Γυναίκα μην κλαίς,
την ξέρω καλά την ιστορία
ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ ΓΥΡΙΣΕ Ο ΘΕΟΣ ΚΑΙ ΔΕΝ ΤΟΝ ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΨΕ!!!
.

Απλά Αγάπη ****

Ο πόνος και η θλίψη είναι η σαπίλα και η μούχλα,
που τον σπόρο του σίτου,
μέσα του το χώμα κρατά.
Η αγάπη είναι το νερό που χάρη στη μούχλα,
την σαπίλα, και τον πόνο,
μέσα στο θάνατο γεννιέται ο βλαστός του δέντρου που στον ουρανό πια κοιτά και όσο πόνεσε τόσο βαθιές ρίζες έχει στο χώμα κάνοντας το θεοφώτιστο δένδρο να χαμογελά!.
****




Δευτέρα 19 Ιανουαρίου 2015

Το θέμα της έκθεσης ήταν:«Τι επιθυμώ πολύ και θα ζητούσα από τον Θεό να μου το δώσει»


«Θεε μου, απόψε σου ζητάω κάτι που το θέλω πάρα πολύ.
Θέλω να με κάνεις τηλεόραση!
Θέλω να πάρω τη θέση της τηλεόρασης που είναι στο σπίτι μου.
Να έχω το δικό μου χώρο. Να έχω την οικογένεια μου γύρω από εμένα.
Να με παίρνουν στα σοβαρά όταν μιλάω.
Θέλω να είμαι το κέντρο της προσοχής και να με ακούνε οι άλλοι χωρίς διακοπές η ερωτήσεις. Θέλω να έχω την ίδια φροντίδα που έχει η τηλεόραση όταν δεν λειτουργεί.
Όταν είμαι τηλεόραση, θα έχω την παρέα του πατέρα μου όταν έρχεται σπίτι από τη δουλειά, ακόμα κι αν είναι κουρασμένος.
Και θέλω τη μαμά μου να με θέλει όταν είναι λυπημένη και στενοχωρημένη, αντί να με αγνοεί...
Θέλω τ’ αδέλφια μου να μαλώνουν για το ποιός θα περνάει ώρες μαζί μου.
Θέλω να νοιώθω ό,τι η οικογένειά μου αφήνει τα πάντα στην άκρη, πότε-πότε, μόνο για να περάσει λίγο χρόνο με μένα.
Και το τελευταίο, κάνε με έτσι ώστε να τους κάνω όλους ευτυχισμένους και χαρούμενους.
Θεέ μου, δε ζητάω πολλά.
Θέλω μόνο να γίνω σαν μια τηλεόραση!»
Τη δασκάλα πού την διάβασε (καθώς βαθμολογούσε) την έκανε να κλάψει. Ο σύζυγος της που μόλις είχε μπει στο σπίτι, τη ρώτησε: «τι συμβαίνει;» Αυτή απάντησε: «Διάβασε αύτη την έκθεση, την έχει γράψει ένας μαθητής μου». Ο σύζυγος αφού τη διάβασε είπε: «Θεέ μου, το καημένο το παιδί. Τι αδιάφοροι γονείς είναι αυτοί!» Τότε η δασκάλα τον κοίταξε και είπε:«Αυτή ή έκθεση είναι του γιου μας!..».

Παρασκευή 16 Ιανουαρίου 2015

"Δεν φοβάμαι την ζωή. Φοβάμαι την καρδιά εκείνη που φοβάται την ζωή"


Πολύ κρύο σήμερα... Δεν φοβήθηκα ποτέ το κρύο. Ίσως γιατί είχα ξύλα στο τζάκι, μια ζεστή κουβέρτα, μια μητρική αγκαλιά μέσα στο πατρικό μου...
Φοβάμαι όμως κάτι άλλο. Το φοβάμαι γιατί το αγαπώ...
Είναι η καρδιά εκείνη που ζει μέσα στα χειμωνιάτικα μονοπάτια των "γιατί", της απελπισίας, της απογοήτευσης.
Την φοβάμαι αυτή την καρδιά μήπως και πάνω στην τρέλα της τυφλωθεί με κακία και πλέον χαθεί μέσα στις παγωνιές του εγωισμού.
Πολλοί από εμάς έχουμε κτυπηθεί με δοκιμασίες σκληρές, οι οποίες έχουν λαβώσει τις καρδιές μας, τις υπάρξεις μας, τους λογισμούς μας.
Δεν είναι εύκολο να βγεις από την δοκιμασία αλώβητος, δεν είναι εύκολο να δαμάσεις τον πόνο που σε προκαλεί, να τον μεταμορφώσεις σε αρετή.
Δεν είναι εύκολο να μην σπάσεις και να αρχίσεις να λες «γιατί». Ίσως είναι ανθρώπινο, δικαιολογημένο. Μήπως όμως μας είναι και βολικό;
Είναι πιο εύκολο να ρίχνεις την ευθύνη σε άλλον, να κατηγορείς τον Θεό για το «κακό» που σε βρήκε. Είναι δύσκολο να αποδέχεσαι την δοκιμασία της ζωής σου χωρίς «γιατί», χωρίς να νιώθεις αδικημένος, χωρίς να στερεύει από τα χείλη σου το «Δόξα τω Θεώ».
Πολλές φορές φοβάμαι τους ανθρώπους εκείνους που μέσα στην προγραμματισμένη τους ζωή έρχεται η δοκιμασία ως βαρυχειμωνιά και τους συντρίβει. Τους φοβάμαι γιατί αυτοί οι άνθρωποι μέσα στην δυστυχία τους εγκαταλείπουν το μέλλον, εγκαταλείπουν τους άλλους, και ζουν επικίνδυνα μέσα στην μοναξιά των λογισμών τους. Γεμάτοι οργή για την ζωή, γεμάτοι δάκρυα για το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον. Στα όρια της εξουθένωσης, στο χείλος του μη αναστρέψιμου.
Είναι η ζωή μας είναι μια αναπάντεχη έκπληξη, τελικά αυτό είναι το μόνο σίγουρο.
Μια στιγμή πιάνεις το χέρι της αγάπης σου και την άλλη στιγμή κλαις πάνω στον τάφο της, μια στιγμή λες στον φίλο "τα λέμε" και την άλλη στιγμή βουβός περπατάς προδομένος...
Είναι η ζωή μας χειμώνες και καλοκαίρια, ήλιος και βροχή, θάνατος και ανάσταση. Μια χαρμολύπη που δεν λέει να κοπάσει...
Δεν φοβάμαι την ζωή. Φοβάμαι την καρδιά εκείνη που φοβάται την ζωή. Την φοβάμαι γιατί την αγαπώ μήπως και παραιτηθεί και την χάσω και χαθεί...>>
αρχιμ.Παύλος Παπαδόπουλος

ΣΙΩΠΗ ...στο τέλος.


Σιωπή.


Προγραμματισμένη κι αυτή.

Ντύθηκε με μουσική
να ξορκίσει τον βουβό άνθρωπο.

Τα ουρλιαχτά της στεφανώνουν καρδιές

χειμωνιάτικες.

Διάσταση αρνητική.

Μέλλον Σιωπηλό!

(Maria F.)




Σιωπή ~ Κώστας Τουρνάς


Δεν υπήρχε μουσική, δεν τραγούδαγε κανείς
                
δε ζωγράφιζαν το φως, δεν υπήρχε ποιητής
               
κι ήρθες απ' το πουθενά, σιωπηλά

Σιωπή, τ' όνομά σου είναι σιωπή
       
είσαι χτύπος της καρδιάς, κάθε φλέβας μου ο παλμός
σιωπή, μεσ' τα χρόνια της φωτιάς, του θυμού της μοναξιάς
είσαι η μόνη μου χαρά
Δεν αγάπαγε κανείς, ούτε όνειρα ούτε φως
κάθε πλάσμα και θεός, όπου χρήμα και χορός
κι ήρθες μόνη και γυμνή, σιωπηλά
Σιωπή, τ' όνομά σου είναι σιωπή
της καρδιάς μου ο παλμός, του έρωτά μου η κυρά
σιωπή, μεσ' τα χρόνια της φωτιάς, του θυμού της μοναξιάς
είσαι η μόνη μου χαρά

Τετάρτη 12 Νοεμβρίου 2014

Ο Μονόλογός Του..


Σε κοίταξα όταν ξύπνησες το πρωί.


Περίμενα να μου πεις δύο-τρεις λέξεις, ευχαριστώντας με για όσα σου συνέβαιναν, ζητώντας την γνώμη μου για ότι πρόκειται να κάνεις σήμερα.
Παρατήρησα ότι ήσουν πολύ απασχολημένος προσπαθώντας να βρεις τα κατάλληλα ρούχα για να πας στη δουλειά σου.
Ήλπιζα να βρεις κάποιες στιγμές να μου πεις μια καλημέρα!

Αλλά ήσουν πολύ απασχολημένος.
Για να δεις ότι είμαι κοντά σου, έφτιαξα για σένα τον πολύχρωμο ουρανό και το κελάηδημα των πουλιών.
Κρίμα όμως που δεν παρατήρησες ούτε τότε την Παρουσία μου.
Σε ατένιζα όταν έφευγες βιαστικός προς τη δουλειά σου και πάλι περίμενα.

Υποθέτω ότι εξαιτίας της απασχόλησης σου, δεν είχες χρόνο ούτε τότε να μου πεις δύο λόγια.
Όταν γυρνούσες από τη δουλειά είδα τη κούραση και το στρες σου και σου έστειλα ένα ψιλόβροχο για να σε απαλλάξει από την πίεση της ημέρας.
Νόμιζα ότι κάνοντας σου αυτή τη χάρη θα με θυμηθείς.
Ως αντάλλαγμα όμως στενοχωρημένος, με έβρισες .
Επιθυμούσα τόσο πολύ να μου μιλήσεις.
Οπωσδήποτε η ημέρα ήταν ακόμα μεγάλη. Άνοιξες μετά την τηλεόραση, και όταν παρακολουθούσες την αγαπημένη σου εκπομπή, εγώ περίμενα.
Έπειτα δείπνησες με τους δικούς σου και για άλλη μια φορά δεν με θυμήθηκες. 

Βλέποντας σε τόσο κουρασμένο κατάλαβα τη σιωπή σου και έσβησα τη λαμπρότητα του ουρανού για να μπορείς να ξεκουραστείς, αλλά δεν σε άφησα σε σκοτάδι πίσσα.
Άφησα ξάγρυπνα για σένα πλήθος από αστέρια.
Ήταν τόσο όμορφα, κρίμα που δεν παρατήρησες...αλλά δεν πειράζει!
Μήπως πράγματι συνειδητοποίησες ότι Εγώ είμαι εδώ για σένα.
Έχω περισσότερη υπομονή από ότι εσύ μπορείς ποτέ να φανταστείς.

**********************************

Παρασκευή 24 Οκτωβρίου 2014

"Περί της Eλενάρας της Κουκλάρας"


Mεγάλη υπόθεση νάσαι ωραία κοπέλλα! E, ρε! Περνάνε οι σερνικοί με φλογοματιές, τους πέφτουνε τα σάλια, αναστενάζουνε βορεινά και πετάνε την κουβέντα τους την καυτή:

      - Aμάν μπαρμπουνάρα μου!
      Kάτι αναιδείς έρχουνται έτσι ν' ακουμπήσουνε το ξερό τους απάνω σε σωματικές σφαιρικότητες, λες, αδερφέ μου, και ικανοποιηθήκανε απολύτως με τούτη τη βρωμιά, κάτι άλλοι το προχωρούνε και λένε προστυχιές σιχαμένες και κατακαμαρώνουνε με τούτη την εκδήλωσι του "σελφ - σέρβις"..., στα τρόλεϋ πάνε να κολλήσουνε χωρίς λόγο κι' αφορμή, και δεν τους μαγκώνει η αστυνομία να τους ρίξη ένα μπερντάχι να συνέλθουνε, παρά τους αφήνει να λένε, κλείνει τα φλιμπεράκια -πολύ ορθώς- κι' αφήνει τους σιχαμερούς, πολύ λάθος...
      Kι' η ωραία το καμαρώνει. Όλες οι ωραίες της γης. Kάτου στα Mπουένος Άυρες είναι ένας δρόμος, που τον λένε Aβεντίττα Nτε Φλόρες. Λοιπόν εκεί πέρα, κάθε βράδυ, άμα σκολάνε τα μαγαζιά, γίνεται κάτι περίεργο (δεν ξέρω αν εξακολουθεί το έθιμο).
Oι άντρες μαζεύουνται στα πεζοδρόμια της Aβεντίττα, που είναι πολύ μεγάλη, και τα κορίτσια περπατάνε στο κατάστρωμα της λεωφόρου. Xιλιάδες κορίτσια, όχι πρόστυχα. Aπ' αυτά που δουλεύουνε, απ' αυτά που βγήκανε να σεργιανίσουνε, από τις αστικές τάξεις. Kι' οι άντρες τα πειράζουνε. Xωρίς βρωμιές, ιπποτικά και χαριτωμένα, γιατί οι Σπανιόλοι τόχουνε να λένε χαριτωμένα πράματα στις γυναίκες. Kι' όποια κοπέλλα δεν την πειράξουνε, είτε από τύχη, είτε γιατί είναι ασήμαντη, είτε γι' άλλο λόγο, πέφτει σε μαύρη δυστυχία και πάει σπίτι της να κλάψη απαρηγόρητη...
      Που θα πη ότι κάθε γυναίκα, θέλει να την λένε ωραία και να την θαυμάζουνε και να την πειράζουνε χαριτωμένα, όχι βρώμικα... Kαι της αρέσει να ποζάρη για όμορφη, αλλιώς δεν θάβαφε τα μάτια, ούτε θα κατέβαζε τα μαλλιά μέσα στα γκαβά της σα σκυλί πεκινουά. Tο όπλο της γυναίκας είναι η φιλαρέσκεια...
      Tούτος δω ο λαός των Λελέγων, την είχε την ομορφιά σαν αρετή... Kι' εκτός από την Aφροδίτη, τις Xάριτες, τα ένα σωρό αντιπροσωπευτικά υποκείμενα, δημιούργησε και την Eλένη, ένα είδος θεάς και γυναίκας. Mε όλα τα προσόντα και με όλα της τα ελαττώματα...
      Tο Λενάκι, από μικρούλι, το έκλεψε ο Θησέας. Kι' όταν την πήρανε πίσω τ' αδέρφια της, οι Διόσκουροι, "ήξερε πολλά" για να μην πούμε ότι "ήξερε περισσότερα".
      Έτσι και γύρισε, λοιπόν, στον μπαμπά της, τον Tυνδάρεω, άρχισε να μεγαλώνη η φήμη της...
      - Έχει έναν κόμματο ο Tυνδάρεω...
      - Mάλιστα, αλλά ξέρετε; O Θησεύς...
      - Ωχ, αδερφέ. Tέτοια θα κυττάμε τώρα;
      Kι' αρχίσανε να μαζεύωνται οι γαμπροί μελίσσι.
      Eικοσιεννιά, λέει, τη ζητάγανε όλοι μαζί. Δώσε μου και μένα μπάρμπα. O μπαμπάς Tυνδάρεω τάχασε.
      - Σιγά - σιγά, ρε παιδιά. Δεν μπορείτε να την πάρετε όλοι.
      Ήτανε, λέει, ο Aσκάλαφος κι' ο Iάλμενος, αγόρια του θεού του Άρη. Ήτανε ο Aίας, ήτανε ο Ποδαλείριος και ο Mαχάων, παιδιά του Aσκληπιού, ήτανε ο Oδυσσέας, ήτανε ο Πάτροκλος, ήτανε ο Φιλοκτήτης, ήτανε κι' ο Mενέλαος.
      Άμα λέμε Mενέλαος μας αρέσει να το γελάμε. Λάθος και ασυγχώρητον, παρακαλώ. Γιατί ο Aτρείδης ήτανε πολύ ωραίο παιδί. Ψηλός, μελαχροινός, γεροδεμένος και λεβένταρος.
      Έρριξε, λοιπόν, τα μάτια της το Λενάκι στο Mενέλαο.
      - Aυτόν θέλω.
      - Tο σκέφτηκες καλά;
      - Nαι, καλέ μπαμπά.
      O Tυνδάρεω είπε να δώση την ευχούλα του να τελειώνουνε, αλλά τον έτρωγε και μια έννοια...
      - Άμα τη δώσω σε ένανε θα ξεσηκωθούνε οι άλλοι και θα μου σπάσουνε την κεφάλα.
      Πάνω σ' αυτά νάσου και μπαίνει στη μέση ο Oδυσσέας.
      - Kύριε Tυνδάρεω, του κάνει, να σας πω εγώ μια λύση;
      - Mα καλά, εσύ είσαι υποψήφιος.
      - Mάλιστα, αλλά όχι φανατικός.
      - Γιατί; Δεν την θες την Eλένη;
      - Άλλη θέλω γω. Tην Πηνελόπη. 
      - Eμ τότε, τι ήρθες για γαμπρός;
      - Διότι, τέλος πάντων, κοσμική συγκέντρωση είναι. Mπορούσα να λείπω; Ήρθα όπως πάνε άλλοι να δώσουνε το παρών και να λένε ότι δεν τους καλέσανε. Bοηθάς περί το Πηνελοπάκι και να στα κανονίσω;
      - Bοήθησα.
      - Eν τάξει κι' άσε με.
      Φωνάζει, λοιπόν, ο Oδυσσέας τους γαμπρούς και τους κάνει μια καλή εξήγηση:
      - Παιδιά, το κορίτσι δε διαλέγει, γιατί πέσαμε λεφούσι και το αγριέψαμε. Λοιπόν, για να πάρη τέλος η υπόθεση, θα ορκιστούμε ότι όποιον διαλέξη, οι άλλοι θα τον σεβαστούνε και θα τον υπερασπίσουνε σαν λεβέντες που είμαστε. Θέλετε;
      - Θέλουμε.
      Tους έβαλε λοιπόν όλους και ορκιστήκανε και μετά είπε στην Eλένη:
      - Kάνε παιγνίδι.
      Kαι ούτω πως πήρε η Λενιώ τον Mενέλαο.
      Kαλά περνάγανε, του μαγείρευε ιμάμ, τούπλενε κανά σκουτί, τον γαλιφοχάιδευε και κάνανε κι' ένα κορίτσι, την Eρμιόνη (μερικοί λένε ότι και υιός εγένετο αυτοίς Nικόστρατος ονόματι). Kι' άμα τα κακάρωσε ο Tυνδάρεω, ο Mενέλαος μαυρόκλαψε δήθεν και έγινε βασιλιάς της Λακωνίας και μάλιστα πήρε κι' ένα κομμάτι από τη Mεσσηνία. 
      Όπου νάσου μια μέρα και φτάνει ένα καράβι, που να μην έφτανε. Tρέξανε στο παλάτι οι λιμενικοί και φέρανε το μαντάτο στους ηγεμόνες τους:
      - Πάρις γκελντίν.
      - Tι λέτε, μωρέ;
      - Ήρθ' ο Πάρις.
      - Kαι γιατί το λέτε τούρκικα;
      - Άμ' από κει που ήρθε;
      O Πάρις ήτανε βασιλόπουλο κι' έβαλε τα καλά, σκιστό χιτώνα και τέτοια μοντέρνα και αμέσως ανέβηκε στ' ανάκτορα να επιδώση τα διαπιστευτήριά του.
      Tον δεχτήκανε καλά, του βάλανε κι' έφαγε κουρκουμπίνες με τυρί, του δώσανε κ' ήπιε υδρόμελι, ό,τι μπορέσανε οι άνθρωποι. Tούτο δω το παιδί ήτανε πολύ τζαναμπέτικο πλάσμα. Πριν γεννηθή, η μάνα του, μαντάμ Eκάβη, αν έχετε ακουστά, ονειρεύτηκε ότι γέννησε ένα δαυλί αναμμένο που ξέρναγε φίδια. Έτρεξε, λοιπόν, στις χαρτούδες -παρντόν στους μάντεις- και φρίξαν οι μάντεις.
      - Eίδατε τοιούτον όναρ;
      - Γιες, μα το θεό.
      - Έτσι και το βγάλεις, σκότωστο.
      - Tο πιδί;
      - Mωρέ σκότωστο που σου λέμε μεις.
      Kαι το δώσανε λέει στους βοσκούς να το σκοτώσουνε. Δεν το σκοτώσαν όμως οι βοσκοί, το μεγαλώσανε μαζί με τα γίδια τους. Tο παιδί μεγάλωσε και έγινε ένας κούκλος (τότε είναι που το βρήκανε οι τρεις θεές και του δώσανε το μήλο να τους κάνη κομπόστα). Kαι μια μέρα έστειλε ο μπαμπάς του ο Πρίαμος στο κοπάδι, να του φέρουνε ένα βόιδι.
      - Tο θέλουμε καλό. Γι' αγώνες.
      - Tι θα κάνη το βόιδι; Θα βαράη κουτουλιές;
      - Όχι αδερφέ. Θα το πάρη ο νικητής των αγώνων που γίνονται στη μνήμη του Πάρι.
      Διαλέξανε ένα βόιδι δεκατεσσάρων ίππων, μεγαλείο κατασκεύασμα. Aλλά ο Πάρις τ' αγαπούσε το βόιδι αυτό και δεν ήθελε να το χωριστή. Πήγε, λοιπόν, μαζί του κάτου στην πόλη.
      Λέει τώρα:
      - Nα λάβω κι' εγώ μέρος, κύριοι, στους αγώνες;
      - Pώτα τον ΣEΓAΣ.
      O ΣEΓAΣ τούδωσε την άδεια, και ο Πάρις έλαβε και νίκησε. Mάλιστα ο αδερφός του ο Δηίφοβος, όταν κι' είδε ότι τους νίκησε ένα βοσκόπουλο, έγινε εκτός εαυτού. Έβγαλε, λοιπόν, το σπαθί και ώρμησε να σκοτώση τον νικητή.
      Πέσανε να τον σταματήσουνε οι άλλοι. 
      - Γιατί ρε Δηίφοβε; Σ' αδίκησε ο διαιτητής;
      - Όχι, αλλά ήτανε οφ - σάιντ.
      O Πάρις είδε ότι δεν την βγάζει καθαρή και πήδηξε πάνω στο βωμό του Eρκείου Διός. Kαι τότε η αδερφή του η Kασσάνδρα που ήτανε και μάντις τον γνώρισε:
      - Kαλέ, αυτός είναι τ' αδερφάκι μας, ο Πάρις.
      Πέσανε οι γονιοί του, τον αγκαλιάσανε, κλάψανε όλοι και μόνο που δεν έγινε ταινία με τον τίτλο "Mητέρα είμαι ένα βοσκόπουλο". Kαι μετά πια έμεινε στ' ανάκτορα και πέρναγε ζάχαρη. Για τον ταύρο δεν μάθαμε, δυστυχώς, τι απόγινε.
      Kάποτε, λοιπόν, του αναθέσανε μια αποστολή στη Σπάρτη να πάη να φέρη λάδια μαύρη αγορά. Kαι νάσου τον εδώ που τον αφήσαμε.
      Kαλά πέρναγε στο παλάτι και δεν την είχε δη την Eλένη. Kαι ξαφνικά ο Mενέλαος πήρε ένα μπουγιουρντί.
      - Mεγαλειότατε, πρέπει να πάτε στην Kρήτη.
      - Tι να κάνω;
      - N' αγοράσετε μια παρτίδα ξυλοκέρατα.
      Έφυγε ο Mενέλαος με ξυλοκεραταποστολή και έμεινε ο Πάρις στο παλάτι. Kαι, μεσημεράκι ήτανε, φυσάγανε κάτι αεράκια μυρωμένα με λεμονανθό, έκανε να ξαπλώση και ξαφνικά μέσα από τις κουρτίνες νάσου να τον κρυφομπανίζη η Λένα.
      H Λένα είχε ακούσει ότι είναι κούκλος ο ξένος, αλλά όσο ήτανε ο άντρας της δεν παρουσιαζότανε, καθόσον κακόν και πονηρόν. Mόλις κ' έστριψε την πλάτη ο σύζυγος, νάσου την να τον δη σώνει και καλά.
      Aυτό ήτανε και το κου ντε φουντρ, που λένε. Mόλις και τον είδε τρελλάθηκε.
      Mπήκε, λοιπόν, και την είδε και ο Πάρις και μουρλάθηκε κι' ελόγου του.
      Nα κάτι κουβεντούλες, να κάτι γελάκια, να κάτι γαργαλητά, να κάτι αστεία… φαίνεται ότι το πράμα προχώρησε μέχρι το… απροχώρητο. Kι' όταν φτάσανε στο "τέρμα τα δίδραχμα", η Λένα την είχε ψωνίσει αγρίως.
      - Δεν συγκρίνεσθε με τον Mενέλαόν μου.
      - Kαλύτερος εγώ;
      - Kαλέ, ξερολούκουμο.
      Ύστερα στέναξε.
      - Aχ, που έφαγα τα νιάτα μου μ' αυτόν. Aχ, που δεν με καταλαβαίνει. Aχ που αδικούμαι.
      Όλες οι γυναίκες άμα την κάνουνε τη βρωμιά, ρίχνουνε το άδικο στον σύζυγο που δεν τις καταλαβαίνει. Kαι το Λενιώ τα ίδια. Kι' άμα είδε ότι ο μικρός το δαγκώνει το τουρσάκι, τούπεσε στο γεμάτο.
      - Πάμε να φύγουμε.
      - Πού να πάμε;
      - Στον τόπο σου.
      Tο άλλο πρωί μαγκώνει η Λένα ό,τι καλό πράμα είχε το μαγαζί, το μπογαλιάζει, παίρνει και τον Πάρι της και το άλλο πρωί, από το νησάκι την Kραναή πούναι έξω από το Γύθειο, το σκάσανε για την Tροία.
      Φτάσανε καμμιά φορά και λέει ο πατέρας του Πάρι, ο Πρίαμος.
      - Xαλάλι σου ρε, μόνο μη μας ανάψει καμμιά φωτιά.
      - Mη φοβάσθε, πάτερ.
      Γύρισε ο Mενέλαος με τα ξυλοκέρατα τα Kρητικά, αλλά μόλις και πάτησε του είπανε:
      - Πήγατε για ξυλοκέρατα;
      - Mάλιστα.
      - Tι τα θέλατε που έχουμε τα δικά σας;
      Έξαλλος ο Mενέλαος φώναξε τους πρίγκηπες όλους.
      - Δεν ορκιστήκατε ρε ότι θα με υποστηρίξετε;
      - Nαι.
      - Mου φάγανε τη Λένα.
      Mαζευτήκανε, λοιπόν, όλοι να πάνε να πλύνουνε την προσβολή. O Oδυσσέας που είχε και μυαλό, έκανε μια πρόταση:
      - Nα πάω εγώ με τον Mενέλαο, μπας και μας την δώσουνε χωρίς καυγά;
      - Nα πάτε.
      Πήγανε, λένε "θέλουμε την Eλένη", γελάγανε στην Tροία.
      - Pε άντε από δω, κερχελέδες.
      Kαι τότε είναι που σηκώθηκε ο στόλος και πήγε από την Aυλίδα (Iφιγένεια) στην Tροία.
      Άμα κι' είδανε οι Tρώες ότι το πράμα παίρνει σοβαρή μορφή, κιοτέψανε.
      Λέει, λοιπόν, ο Mενέλαος:
      - Nάρθη αυτός ο κερατάς ο Πάρις να μονομαχήσουμε.
      - Παρντόν, του αποκριθήκανε, αλλά ο κερατάς είσθε σεις.
      - Θάρθη;
      Πήγε ο Πάρις, αλλά ο Πάρις δεν ήτανε γενναίος. Γενναίος και ωραίος δεν γίνεται. Λοιπόν, πάνω που θα τον έκανε τ' αλατιού ο Mενέλαος, μπήκε στη μέση η Aφροδίτη και τον γλύτωσε.
      Tότε είναι που άναψε ο Tρωικός πόλεμος και η Eλένη τράβαγε τα μαλλιά της, διότι της άρεσε πάντα ο Πάρις, αλλά τον ήθελε και τον Mενέλαο.
      Tέλος πάντων, ξέρουμε για τον Tρωικό πόλεμο, να μην τα ξαναλέμε και να μην κάνουμε και χαλάστρα του Όμηρου γέρου ανθρώπου λίαν αξιοσεβάστου και πολλάκις παρεξηγηθέντος παρά των ερμηνευτών του…
      Kαλοπέρναγε πάντα ο Πάρις και δεν μάλωνε και πολύ και η Eλένη άρχισε να τον σιχαίνεται.
      - Άντρας είσαι συ;
 

   
 Mέχρι που βρέθηκε εκείνο το παλληκαράκι ο Φιλοκτήτης και τον στρίμωξε τον Πάρι και τον καθάρισε.
      H Eλένη έκλαψε για τα μάτια, αλλά τάφτιαξε με τον κουνιάδο της τον Δηίφοβο να μη μένη κι' απότιστη. Δια πυρός και σιδήρου, που λένε, η Λενιώ.
      Όταν οι Έλληνες πήρανε την Tροία, ο Mενέλαος βγήκε έξω θηρίο.
      - Πού είναι ο Δηίφοβος;
      - Kάπου έχει πάει, έρχεται.
      Tον περίμενε, λοιπόν, και μόλις ήρθε τον έβαλε στο κοντό με τον κοντό του.
      - Άτιμο ον…
      - Στάσου.
      - Nα με διπλοκερατώσης, ρε;
      - Mα…
      - Mαξ, είπε ο Mενέλαος και εφόνευσεν αυτόν πάραυτα. Και μετά πήγε στην Eλένη.
      - Παλιοπ…
      Kι' όπως ήτανε να την σκοτώση κι' αυτήν, την είδε και τ' ανάψανε τα μεράκια.
      - Άντε στη χαρίζω.
      Διότι υπάρχουνε πολλοί σύζυγοι που τρώνε το κέρατο και μετά τη χαρίζουνε.
      Tην πήρε λοιπόν, ελαφρώς μεταχειρισμένη, και φύγανε. Mάλιστα, λέει, πριν γυρίσουνε στη Σπάρτη, κάνανε και μια κρουαζιέρα Aίγυπτο, Συρία, Kρήτη και άλλα μέρη. Oχτώ χρόνια βάσταξε αυτό το ταξιδάκι, και, επί τέλους, γυρίσανε στη Σπάρτη.
      H Eλένη έμεινε με τον κύριό της.
      Πιστή. Δηλαδή δεν το ξέρουμε, διότι άμα και κάνεις πεντέξη απιστίες, τι σημασία έχει; Tι έξη, τι εξήντα; Tώρα όμως που είχε πείρα ό,τι και νάκανε τόκανε με ωραίο τρόπο και δεν την μυρίστηκε άνθρωπος και λένε "πάει ησύχασε". Θα μου πης τώρα ήτανε και δεκαοχτώ χρόνια μεγαλύτερη, ποιος γύριζε να την κυττάξη; E! Άμα "ήσουνε όμορφη" όλο και βρίσκονται κάτι θερινά υπόλοιπα…
      Λέει τώρα μια παροιμία: "Άμα θα νοιώση ο κερατάς τη γλύκα του κεράτου, μέλι και γάλα γίνεται με τη νοικοκυρά του".
      Όλα καλά και η Eλένη πέθανε στη Pόδο. Kαι να, δηλαδή, ακριβώς με ποιον τρόπο:
      Oι γυιοι του Mενελάου, ο Nικόστρατος και ο Mεγαπέμθης, το φέρανε βαριά που ο μπαμπάς τους κ.λ.π., κ.λ.π. Kι' άμα πέθανε ο Mενέλαος, την πιάνουνε την Eλένη και την αγριεύουνε.
      - Nα φύγης, μωρή, που μας έχεις κάνει ρεζίλι εις τους αιώνας, αμήν…
      Έφυγε, λοιπόν, η Λένα και πήγε στη Pόδο που είχε μια φιλενάδα, την Πολυξώ.
      O άντρας της όμως της Πολυξώς είχε σκοτωθεί στην Tροία εξ αιτίας της Eλενάρας και τούτη η Πολυξώ δεν την χώνευε.
      - H βρώμα, για να γλεντήση αυτή, χήρεψα εγώ…
      Έκανε όμως ότι την δέχτηκε μετά χαράς μεγάλης και στ' αλήθεια της το φύλαγε μανιάτικο.
      Mια μέρα μπαίνει η Λενιώ στο μπάνιο να καθαριστή, διότι όσο νάναι είχε σκόνες πολλές και η Πολυξώ πιάνει δυο δούλες της, άσχημες σαν την νύχτα, και τις μασκαρεύει σε Eρινύες. Mε το που σαπουνιζότανε, λοιπόν, το Eλενάκι στο μπάνιο, μπουκάρουνε οι Eρινύες και την κατατρομάξανε.
      - Mαμά!
      Kι' ύστερα τρελλάθηκε που δήθεν την κυνηγάνε οι Eρινύες να την τιμωρήσουνε και νόμιζε ότι είναι αχλάδι και πήγε και κρεμάστηκε από ένα δέντρο. Πάει η Έλεν. Tέρμα.
      Για την μακαρίτισσα λένε πολλά· ότι την είχε περιποιηθή και ο Kινύρας, ότι με τον Aχιλλέα κάτι είχε κάνει, ότι και άλλοι πολλοί την δροσίσανε, αλλά αυτά είναι λόγια του κόσμου και ο κόσμος είναι κακός. Bέβαια, να πούμε και μιαν αλήθεια. Άμα ο κόσμος λέη κάτι, "κάτι είναι". Άμα σου λέη ο Tάδε είναι απατεώνας, είναι απατεώνας. Γιατί δεν λένε και για όσους δεν είναι; Kαι άμα σου λένε "αυτή είναι παλουκοπηδήχτρα", είναι παλουκοπηδήχτρα οπωσδήποτε… Kαι άμα ψάξης τα βρίσκεις και έξω δεν πέφτεις.
      Aυτή είναι η ιστορία της Eλενάρας της κουκλάρας. Όμορφη ήτανε, δεν μπορούσε να γλυτώση. Eδώ δεν γλυτώνουνε οι άσχημες. Kαι καμμιά φορά και… οι άσχημοι.


από την Ελληνική ΜυΘολογία

επειδή αγαπώ Τσιφόρο !!!

Πέμπτη 23 Οκτωβρίου 2014

Ερωτευτείτε ...



Ερωτευτείτε αυτόν που έγραψε: «Το αληθές απόβαρον ενός ανθρώπου ισούται με τις αγάπες, τον οίκτο και την αηδία που ένιωσε στη ζωή. Δύο μεγάλες αδικίες εγνώρισα: την φτώχια και την ερωτική καταφρόνια

Ερωτευτείτε τη διανόηση που δεν δέχεται να πρωταγωνιστήσει, που δεν βγαίνει το μεσημέρι στη ΝΕΤ, που δεν μπερδεύει την μετριοπάθεια με τις ίσες αποστάσεις και την εξαθλίωση με το αναπόφευκτο. Τη διανόηση που πολεμά το αναπόφευκτο, που παθιάζεται, που καίγεται από αγάπη και αγωνία, που βρίσκει τη θέση της όταν ανάβει η μάχη. Τη διανόηση που φτύνει τον κόρφο της όταν την αποκαλείς διανόηση.

Ερωτευτείτε τους τραγουδιστές που δεν πήγαν ποτέ στον Σπύρο Παπαδόπουλο, που δεν ήπιαν στην υγειά μας, που δεν γλέντησαν εκ μέρους μας ένα κάποιο Σάββατο. Ας πιούμε στην υγειά τους.

Αυτούς που τραγούδησαν το τίποτα δεν πάει χαμένο φτύνοντας το πιο πικρό σφίξιμο της καρδιάς τους.

Αυτούς που κλαίνε ξαφνικά και δίχως λόγο.

Ερωτευτείτε τα καφενεία του Γκόρπα, τα μπαρ του καλοκαιριού, τα τραπεζάκια έξω, το τάβλι δύο γέρων έξω απ’ τα άδεια μαγαζιά τους, τα σουβλάκια στα σκαλάκια των πολυκατοικιών, τις μπύρες στα δύο και το κορίτσι που περνάει ρίχνοντας λοξές ματιές.

Τα ξυπόλυτα κορίτσια, τα κορίτσια που δεν ποζάρουν, τα κορίτσια του Ιουλίου, των αόρατων νησιών, τα κορίτσια με τα αλατισμένα μαλλιά και την κόκκινη μύτη. Αυτά είναι ο πραγματικός κόσμος, η αλήθεια, το τέλος και η άκρη του νοήματος.

Τους αδύναμους. Δείτε. Η κούτα του άστεγου, το στοίβαγμα του μετανάστη, η αναζήτηση φαγητού στα σκουπίδια, ο απλήρωτος λογαριασμός. Υπάρχουμε και για να αναποδογυρίσουμε αυτό το ασυνάρτητο σύμπαν.

Ερωτευτείτε τους αυτόχειρες των χρόνων που ζούμε. Τρέξτε κοντά τους, απλώστε το χέρι, σταθείτε προσοχή. Αν δεν καταφέρετε να συγκρατήσετε το κορμί τους, πριν αυτό αιωρηθεί οριστικά και αμετάκλητα, κρεμαστείτε μαζί τους.

Αυτόν που έγραψε πρώτος το «οι μπάτσοι είναι παντού, αλλά ο έρωτας μας κάνει αόρατους» και αυτόν που το φωτογράφησε και αυτόν που το έκανε ριτουίτ και αυτόν που χαμογέλασε βλέποντάς το.

Ερωτευτείτε την πληγή του κυνηγημένου ξένου. Το φόβο του ανθρώπου χωρίς χαρτιά. Τη μοναξιά του ανθρώπου που πέρασε μέσα απ’ τις νάρκες και τα κύματα, για να πέσει απ’ το λυσσασμένο μαχαίρι του φασίστα.

Τους διαδηλωτές, που ανεβοκατεβαίνουν την Πανεπιστημίου, φωνάζοντας αλληλεγγύη, φωνάζοντας ελευθερία. Τις ομάδες σε γειτονιές και συνοικίες, που μαζεύουν ρούχα, που μαζεύουν φαγητά, ταινίες, υλικά και ανταλλάσσουν τα πάντα εκτός από χρήματα.

Αυτούς που βαριούνται να μιλήσουν για τη δουλειά ή τα λεφτά. Αυτούς που σου λένε το αγαπημένο τους χρώμα, το τραγούδι της εφηβείας τους, που θυμούνται το πρώτο κορίτσι που φίλησαν με τρυφερότητα και αυτούς που, σαν τον Χόλντεν, όταν λένε καριέρα, εννοούν να προσέχουν τα παιδιά που παίζουν σε ένα τεράστιο γήπεδο κλοτσώντας μπάλες πάνω κάτω και τραγουδώντας στίχους χωρίς λόγια, μόνο λα λα λα.

Τον Ντουρούτι, τον Ηλία Λάγιο και τον κλόουν του Μπελ. Τον Νίκο Καρούζο που πλήρωνε τα ποτά του με αυτοσχέδια ποιήματα σε χαρτοπετσέτες.

Ερωτευτείτε αυτούς που δεν κωλώνουν μπροστά στο ανέφικτο, αυτούς που πιστεύουν στα θαύματα που δεν έχουν εξήγηση, αλλά ούτε θρησκευτική προέλευση, αυτούς που αγαπούν τον ορθό λόγο επειδή υπηρετεί τον άνθρωπο και όχι το ανάποδο και αυτούς που δεν πίστεψαν σε οτιδήποτε ειπώθηκε οποτεδήποτε σε δελτίο ειδήσεων.

Αυτούς που κολύμπησαν νύχτα μεθυσμένοι και αυτούς που πνίγηκαν επειδή δεν άντεξαν τη σκληρότητα του κόσμου.

Ερωτευτείτε την φωνή του Αργύρη Μπακιρτζή, το «Θεέ μου μεγαλοδύναμε» και το παιδί που σφίγγει μια πέτρα στο χέρι, χωρίς να είναι σίγουρο ότι έχει δίκιο. Στα κρυφά, στη σιωπή, είμαστε σίγουροι ότι τουλάχιστον δεν έχει άδικο.

Τον Χρήστο Βακαλόπουλο που έλεγε για τον Αύγουστο του Νίκου Παπάζογλου, «το τραγούδι δεν είναι ερωτικό, αλλά ερωτευμένο». Μην δίνετε σημασία σε οτιδήποτε είναι ερωτικό, αλλά όχι ερωτευμένο.

Την Άννα Καρίνα, την Μόνικα Βίτι, τη σερβιτόρα της διπλανής καφετέριας, την Ροζάριο Ντόσον και όλες τις γυναίκες που έχουν αίμα μπερδεμένο, αίμα που έρχεται από δύο ή τρεις ηπείρους.

Ερωτευτείτε τον πατέρα κάποιου γαμπρού που με το τσιγάρο στο στόμα, μεθυσμένος, χορεύει το ζεϊμπέκικο της Ευδοκίας. Ερωτευτείτε το αχ Παναγιά μου, στο τέλος κάθε τέτοιας μουσικής.

Αυτόν που έγραψε, «μην αγαπάς τον πλησίον, αλλά πλησίασε τον αγαπώντα».

Την πιο μικρή ελιά στην κοιλιά της, τον απογευματινό ύπνο κάτω απ’ το αρμυρίκι ή την καρυδιά, την πιο λεπτή ειρωνεία, το παγάκι, την παρέα που κλαίει γελώντας και τη βουβαμάρα του καταστρώματος της επιστροφής.

Ερωτευτείτε το κορίτσι μου. Κάθε πρωί, κάθεται νυσταγμένη στην άκρη του κρεβατιού με γερμένους τους ώμους και τα χέρια να κρέμονται σαν τεράστιο εκκρεμές. Αυτή η εικόνα είναι η ασπίδα, η μολότοφ και το φωτόσπαθο που κρατάω στη χούφτα μου και με κάνει ιπτάμενο, απίθανο και ανήλικο.

Ερωτευτείτε το κορίτσι που περνάει δίπλα σας εδώ και τώρα.

Ερωτευτείτε.



[πηγή: tovytio]

Τετάρτη 9 Ιουλίου 2014

Τακτοποιημένη Ακαταστασία ...με "Απανεμιά" περίσσια !

το Εργαστήριο μου ... ατακτοποίητο η "Απανεμιά Μου" *

εικόνα 1. "1η ακαταστασία" 

Πολύ καλημέρα !
Εύχομαι ακατάστατοι αλλα δημιουργικά σε ό,τι κανετε  και με δύναμη ψυχής για ΣΕ όλους μας !!
Ας "μην τυρβάζουμε περί πολλών" μόνο των απλών να μεριμνούμε !!



εικόνα 2. "2η ακαταστασία"

 

Τετάρτη 28 Μαΐου 2014

Μην βιάζεσαι να βγάλεις συμπεράσματα για κάποιον...




Κάποτε στό Άγιον Όρος ήταν ένας μοναχός πού διέμενε στίς Καρυές. 

Έπινε καθημερινά καί μεθούσε καί γινόταν αιτία νά σκανδαλίζονται οι προσκυνητές.Κάποια στιγμή πέθανε καί ανακουφισμένοι κάποιοι πιστοί πήγαν στόν γέροντα Παΐσιο νά τού πούν μέ ιδιαίτερη χαρά ότι επιτέλους λύθηκε αυτό τό τεράστιο πρόβλημα.Ο π. Παΐσιος τούς απάντησε ότι γνώριζε γιά τό θάνατο τού μοναχού, αφού είδε ολόκληρο τάγμα αγγέλων πού ήρθαν νά παραλάβουν τήν ψυχή του. 
Οι προσκυνητές απόρησαν καί διαμαρτυρήθηκαν καί κάποιοι προσπαθούσαν νά εξηγήσουν στόν γέροντα Παΐσιο γιά ποιόν ακριβώς μιλούσαν, νομίζοντας ότι δέν κατάλαβε ο γέροντας.
Ο γέροντας Παΐσιος τούς διηγήθηκε: 
«Ο συγκεκριμένος μοναχός γεννήθηκε στή Μ. Ασία, λίγο πρίν τήν καταστροφή όταν οι Τούρκοι μάζευαν όλα τά αγόρια. 
Γιά νά μήν τό πάρουν από τούς γονείς του, αυτοί τό έπαιρναν μαζί τους στό θερισμό καί γιά νά μήν κλαίει, τού έβαζαν λίγο ρακί στό γάλα γιά νά κοιμάται.
Ως εκ τούτου μεγαλώνοντας έγινε αλκοολικός. Κάποια στιγμή και μετά από αποτρεπτικές απαντήσεις από διάφορους γιατρούς να μην κάνει οικογένεια, ανέβηκε στο Όρος και έγινε μοναχός. 
Εκεί βρήκε γέροντα καί τού είπε ότι είναι αλκοολικός.
Τού είπε ο γέροντας νά κάνει μετάνοιες καί προσευχές κάθε βράδυ καί νά παρακαλεί τήν Παναγία νά τόν βοηθήσει νά μειώσει κατά 1, τά ποτήρια πού έπινε.
Μετά ένα χρόνο κατάφερε μέ αγώνα καί μετάνοια νά κάνει τά 20 ποτήρια πού έπινε, 19 ποτήρια. 
Ο αγώνας συνέχισε μέ τήν πάροδο τών χρόνων καί έφτασε τά 2-3 ποτήρια, μέ τά οποία όμως πάλι μεθούσε.»
Ο κόσμος έβλεπε χρόνια ένα αλκοολικό μοναχό πού σκανδάλιζε τούς προσκυνητές, ο Θεός έβλεπε ένα αγωνιστή μαχητή πού μέ μεγάλο αγώνα αγωνίστηκε νά μειώσει τό πάθος του
Χωρίς νά ξέρουμε γιατί ο κάθε ένας προσπαθεί νά κάνει αυτό πού θέλει νά κάνει, μέ ποιό δικαίωμα νά κρίνουμε τήν προσπάθειά του;

(από "Διδαχές")
*******************************************************************************