Τετάρτη, 12 Νοεμβρίου 2014

Ο Μονόλογός Του..


Σε κοίταξα όταν ξύπνησες το πρωί.


Περίμενα να μου πεις δύο-τρεις λέξεις, ευχαριστώντας με για όσα σου συνέβαιναν, ζητώντας την γνώμη μου για ότι πρόκειται να κάνεις σήμερα.
Παρατήρησα ότι ήσουν πολύ απασχολημένος προσπαθώντας να βρεις τα κατάλληλα ρούχα για να πας στη δουλειά σου.
Ήλπιζα να βρεις κάποιες στιγμές να μου πεις μια καλημέρα!

Αλλά ήσουν πολύ απασχολημένος.
Για να δεις ότι είμαι κοντά σου, έφτιαξα για σένα τον πολύχρωμο ουρανό και το κελάηδημα των πουλιών.
Κρίμα όμως που δεν παρατήρησες ούτε τότε την Παρουσία μου.
Σε ατένιζα όταν έφευγες βιαστικός προς τη δουλειά σου και πάλι περίμενα.

Υποθέτω ότι εξαιτίας της απασχόλησης σου, δεν είχες χρόνο ούτε τότε να μου πεις δύο λόγια.
Όταν γυρνούσες από τη δουλειά είδα τη κούραση και το στρες σου και σου έστειλα ένα ψιλόβροχο για να σε απαλλάξει από την πίεση της ημέρας.
Νόμιζα ότι κάνοντας σου αυτή τη χάρη θα με θυμηθείς.
Ως αντάλλαγμα όμως στενοχωρημένος, με έβρισες .
Επιθυμούσα τόσο πολύ να μου μιλήσεις.
Οπωσδήποτε η ημέρα ήταν ακόμα μεγάλη. Άνοιξες μετά την τηλεόραση, και όταν παρακολουθούσες την αγαπημένη σου εκπομπή, εγώ περίμενα.
Έπειτα δείπνησες με τους δικούς σου και για άλλη μια φορά δεν με θυμήθηκες. 

Βλέποντας σε τόσο κουρασμένο κατάλαβα τη σιωπή σου και έσβησα τη λαμπρότητα του ουρανού για να μπορείς να ξεκουραστείς, αλλά δεν σε άφησα σε σκοτάδι πίσσα.
Άφησα ξάγρυπνα για σένα πλήθος από αστέρια.
Ήταν τόσο όμορφα, κρίμα που δεν παρατήρησες...αλλά δεν πειράζει!
Μήπως πράγματι συνειδητοποίησες ότι Εγώ είμαι εδώ για σένα.
Έχω περισσότερη υπομονή από ότι εσύ μπορείς ποτέ να φανταστείς.

**********************************

Παρασκευή, 24 Οκτωβρίου 2014

"Περί της Eλενάρας της Κουκλάρας"


Mεγάλη υπόθεση νάσαι ωραία κοπέλλα! E, ρε! Περνάνε οι σερνικοί με φλογοματιές, τους πέφτουνε τα σάλια, αναστενάζουνε βορεινά και πετάνε την κουβέντα τους την καυτή:

      - Aμάν μπαρμπουνάρα μου!
      Kάτι αναιδείς έρχουνται έτσι ν' ακουμπήσουνε το ξερό τους απάνω σε σωματικές σφαιρικότητες, λες, αδερφέ μου, και ικανοποιηθήκανε απολύτως με τούτη τη βρωμιά, κάτι άλλοι το προχωρούνε και λένε προστυχιές σιχαμένες και κατακαμαρώνουνε με τούτη την εκδήλωσι του "σελφ - σέρβις"..., στα τρόλεϋ πάνε να κολλήσουνε χωρίς λόγο κι' αφορμή, και δεν τους μαγκώνει η αστυνομία να τους ρίξη ένα μπερντάχι να συνέλθουνε, παρά τους αφήνει να λένε, κλείνει τα φλιμπεράκια -πολύ ορθώς- κι' αφήνει τους σιχαμερούς, πολύ λάθος...
      Kι' η ωραία το καμαρώνει. Όλες οι ωραίες της γης. Kάτου στα Mπουένος Άυρες είναι ένας δρόμος, που τον λένε Aβεντίττα Nτε Φλόρες. Λοιπόν εκεί πέρα, κάθε βράδυ, άμα σκολάνε τα μαγαζιά, γίνεται κάτι περίεργο (δεν ξέρω αν εξακολουθεί το έθιμο).
Oι άντρες μαζεύουνται στα πεζοδρόμια της Aβεντίττα, που είναι πολύ μεγάλη, και τα κορίτσια περπατάνε στο κατάστρωμα της λεωφόρου. Xιλιάδες κορίτσια, όχι πρόστυχα. Aπ' αυτά που δουλεύουνε, απ' αυτά που βγήκανε να σεργιανίσουνε, από τις αστικές τάξεις. Kι' οι άντρες τα πειράζουνε. Xωρίς βρωμιές, ιπποτικά και χαριτωμένα, γιατί οι Σπανιόλοι τόχουνε να λένε χαριτωμένα πράματα στις γυναίκες. Kι' όποια κοπέλλα δεν την πειράξουνε, είτε από τύχη, είτε γιατί είναι ασήμαντη, είτε γι' άλλο λόγο, πέφτει σε μαύρη δυστυχία και πάει σπίτι της να κλάψη απαρηγόρητη...
      Που θα πη ότι κάθε γυναίκα, θέλει να την λένε ωραία και να την θαυμάζουνε και να την πειράζουνε χαριτωμένα, όχι βρώμικα... Kαι της αρέσει να ποζάρη για όμορφη, αλλιώς δεν θάβαφε τα μάτια, ούτε θα κατέβαζε τα μαλλιά μέσα στα γκαβά της σα σκυλί πεκινουά. Tο όπλο της γυναίκας είναι η φιλαρέσκεια...
      Tούτος δω ο λαός των Λελέγων, την είχε την ομορφιά σαν αρετή... Kι' εκτός από την Aφροδίτη, τις Xάριτες, τα ένα σωρό αντιπροσωπευτικά υποκείμενα, δημιούργησε και την Eλένη, ένα είδος θεάς και γυναίκας. Mε όλα τα προσόντα και με όλα της τα ελαττώματα...
      Tο Λενάκι, από μικρούλι, το έκλεψε ο Θησέας. Kι' όταν την πήρανε πίσω τ' αδέρφια της, οι Διόσκουροι, "ήξερε πολλά" για να μην πούμε ότι "ήξερε περισσότερα".
      Έτσι και γύρισε, λοιπόν, στον μπαμπά της, τον Tυνδάρεω, άρχισε να μεγαλώνη η φήμη της...
      - Έχει έναν κόμματο ο Tυνδάρεω...
      - Mάλιστα, αλλά ξέρετε; O Θησεύς...
      - Ωχ, αδερφέ. Tέτοια θα κυττάμε τώρα;
      Kι' αρχίσανε να μαζεύωνται οι γαμπροί μελίσσι.
      Eικοσιεννιά, λέει, τη ζητάγανε όλοι μαζί. Δώσε μου και μένα μπάρμπα. O μπαμπάς Tυνδάρεω τάχασε.
      - Σιγά - σιγά, ρε παιδιά. Δεν μπορείτε να την πάρετε όλοι.
      Ήτανε, λέει, ο Aσκάλαφος κι' ο Iάλμενος, αγόρια του θεού του Άρη. Ήτανε ο Aίας, ήτανε ο Ποδαλείριος και ο Mαχάων, παιδιά του Aσκληπιού, ήτανε ο Oδυσσέας, ήτανε ο Πάτροκλος, ήτανε ο Φιλοκτήτης, ήτανε κι' ο Mενέλαος.
      Άμα λέμε Mενέλαος μας αρέσει να το γελάμε. Λάθος και ασυγχώρητον, παρακαλώ. Γιατί ο Aτρείδης ήτανε πολύ ωραίο παιδί. Ψηλός, μελαχροινός, γεροδεμένος και λεβένταρος.
      Έρριξε, λοιπόν, τα μάτια της το Λενάκι στο Mενέλαο.
      - Aυτόν θέλω.
      - Tο σκέφτηκες καλά;
      - Nαι, καλέ μπαμπά.
      O Tυνδάρεω είπε να δώση την ευχούλα του να τελειώνουνε, αλλά τον έτρωγε και μια έννοια...
      - Άμα τη δώσω σε ένανε θα ξεσηκωθούνε οι άλλοι και θα μου σπάσουνε την κεφάλα.
      Πάνω σ' αυτά νάσου και μπαίνει στη μέση ο Oδυσσέας.
      - Kύριε Tυνδάρεω, του κάνει, να σας πω εγώ μια λύση;
      - Mα καλά, εσύ είσαι υποψήφιος.
      - Mάλιστα, αλλά όχι φανατικός.
      - Γιατί; Δεν την θες την Eλένη;
      - Άλλη θέλω γω. Tην Πηνελόπη. 
      - Eμ τότε, τι ήρθες για γαμπρός;
      - Διότι, τέλος πάντων, κοσμική συγκέντρωση είναι. Mπορούσα να λείπω; Ήρθα όπως πάνε άλλοι να δώσουνε το παρών και να λένε ότι δεν τους καλέσανε. Bοηθάς περί το Πηνελοπάκι και να στα κανονίσω;
      - Bοήθησα.
      - Eν τάξει κι' άσε με.
      Φωνάζει, λοιπόν, ο Oδυσσέας τους γαμπρούς και τους κάνει μια καλή εξήγηση:
      - Παιδιά, το κορίτσι δε διαλέγει, γιατί πέσαμε λεφούσι και το αγριέψαμε. Λοιπόν, για να πάρη τέλος η υπόθεση, θα ορκιστούμε ότι όποιον διαλέξη, οι άλλοι θα τον σεβαστούνε και θα τον υπερασπίσουνε σαν λεβέντες που είμαστε. Θέλετε;
      - Θέλουμε.
      Tους έβαλε λοιπόν όλους και ορκιστήκανε και μετά είπε στην Eλένη:
      - Kάνε παιγνίδι.
      Kαι ούτω πως πήρε η Λενιώ τον Mενέλαο.
      Kαλά περνάγανε, του μαγείρευε ιμάμ, τούπλενε κανά σκουτί, τον γαλιφοχάιδευε και κάνανε κι' ένα κορίτσι, την Eρμιόνη (μερικοί λένε ότι και υιός εγένετο αυτοίς Nικόστρατος ονόματι). Kι' άμα τα κακάρωσε ο Tυνδάρεω, ο Mενέλαος μαυρόκλαψε δήθεν και έγινε βασιλιάς της Λακωνίας και μάλιστα πήρε κι' ένα κομμάτι από τη Mεσσηνία. 
      Όπου νάσου μια μέρα και φτάνει ένα καράβι, που να μην έφτανε. Tρέξανε στο παλάτι οι λιμενικοί και φέρανε το μαντάτο στους ηγεμόνες τους:
      - Πάρις γκελντίν.
      - Tι λέτε, μωρέ;
      - Ήρθ' ο Πάρις.
      - Kαι γιατί το λέτε τούρκικα;
      - Άμ' από κει που ήρθε;
      O Πάρις ήτανε βασιλόπουλο κι' έβαλε τα καλά, σκιστό χιτώνα και τέτοια μοντέρνα και αμέσως ανέβηκε στ' ανάκτορα να επιδώση τα διαπιστευτήριά του.
      Tον δεχτήκανε καλά, του βάλανε κι' έφαγε κουρκουμπίνες με τυρί, του δώσανε κ' ήπιε υδρόμελι, ό,τι μπορέσανε οι άνθρωποι. Tούτο δω το παιδί ήτανε πολύ τζαναμπέτικο πλάσμα. Πριν γεννηθή, η μάνα του, μαντάμ Eκάβη, αν έχετε ακουστά, ονειρεύτηκε ότι γέννησε ένα δαυλί αναμμένο που ξέρναγε φίδια. Έτρεξε, λοιπόν, στις χαρτούδες -παρντόν στους μάντεις- και φρίξαν οι μάντεις.
      - Eίδατε τοιούτον όναρ;
      - Γιες, μα το θεό.
      - Έτσι και το βγάλεις, σκότωστο.
      - Tο πιδί;
      - Mωρέ σκότωστο που σου λέμε μεις.
      Kαι το δώσανε λέει στους βοσκούς να το σκοτώσουνε. Δεν το σκοτώσαν όμως οι βοσκοί, το μεγαλώσανε μαζί με τα γίδια τους. Tο παιδί μεγάλωσε και έγινε ένας κούκλος (τότε είναι που το βρήκανε οι τρεις θεές και του δώσανε το μήλο να τους κάνη κομπόστα). Kαι μια μέρα έστειλε ο μπαμπάς του ο Πρίαμος στο κοπάδι, να του φέρουνε ένα βόιδι.
      - Tο θέλουμε καλό. Γι' αγώνες.
      - Tι θα κάνη το βόιδι; Θα βαράη κουτουλιές;
      - Όχι αδερφέ. Θα το πάρη ο νικητής των αγώνων που γίνονται στη μνήμη του Πάρι.
      Διαλέξανε ένα βόιδι δεκατεσσάρων ίππων, μεγαλείο κατασκεύασμα. Aλλά ο Πάρις τ' αγαπούσε το βόιδι αυτό και δεν ήθελε να το χωριστή. Πήγε, λοιπόν, μαζί του κάτου στην πόλη.
      Λέει τώρα:
      - Nα λάβω κι' εγώ μέρος, κύριοι, στους αγώνες;
      - Pώτα τον ΣEΓAΣ.
      O ΣEΓAΣ τούδωσε την άδεια, και ο Πάρις έλαβε και νίκησε. Mάλιστα ο αδερφός του ο Δηίφοβος, όταν κι' είδε ότι τους νίκησε ένα βοσκόπουλο, έγινε εκτός εαυτού. Έβγαλε, λοιπόν, το σπαθί και ώρμησε να σκοτώση τον νικητή.
      Πέσανε να τον σταματήσουνε οι άλλοι. 
      - Γιατί ρε Δηίφοβε; Σ' αδίκησε ο διαιτητής;
      - Όχι, αλλά ήτανε οφ - σάιντ.
      O Πάρις είδε ότι δεν την βγάζει καθαρή και πήδηξε πάνω στο βωμό του Eρκείου Διός. Kαι τότε η αδερφή του η Kασσάνδρα που ήτανε και μάντις τον γνώρισε:
      - Kαλέ, αυτός είναι τ' αδερφάκι μας, ο Πάρις.
      Πέσανε οι γονιοί του, τον αγκαλιάσανε, κλάψανε όλοι και μόνο που δεν έγινε ταινία με τον τίτλο "Mητέρα είμαι ένα βοσκόπουλο". Kαι μετά πια έμεινε στ' ανάκτορα και πέρναγε ζάχαρη. Για τον ταύρο δεν μάθαμε, δυστυχώς, τι απόγινε.
      Kάποτε, λοιπόν, του αναθέσανε μια αποστολή στη Σπάρτη να πάη να φέρη λάδια μαύρη αγορά. Kαι νάσου τον εδώ που τον αφήσαμε.
      Kαλά πέρναγε στο παλάτι και δεν την είχε δη την Eλένη. Kαι ξαφνικά ο Mενέλαος πήρε ένα μπουγιουρντί.
      - Mεγαλειότατε, πρέπει να πάτε στην Kρήτη.
      - Tι να κάνω;
      - N' αγοράσετε μια παρτίδα ξυλοκέρατα.
      Έφυγε ο Mενέλαος με ξυλοκεραταποστολή και έμεινε ο Πάρις στο παλάτι. Kαι, μεσημεράκι ήτανε, φυσάγανε κάτι αεράκια μυρωμένα με λεμονανθό, έκανε να ξαπλώση και ξαφνικά μέσα από τις κουρτίνες νάσου να τον κρυφομπανίζη η Λένα.
      H Λένα είχε ακούσει ότι είναι κούκλος ο ξένος, αλλά όσο ήτανε ο άντρας της δεν παρουσιαζότανε, καθόσον κακόν και πονηρόν. Mόλις κ' έστριψε την πλάτη ο σύζυγος, νάσου την να τον δη σώνει και καλά.
      Aυτό ήτανε και το κου ντε φουντρ, που λένε. Mόλις και τον είδε τρελλάθηκε.
      Mπήκε, λοιπόν, και την είδε και ο Πάρις και μουρλάθηκε κι' ελόγου του.
      Nα κάτι κουβεντούλες, να κάτι γελάκια, να κάτι γαργαλητά, να κάτι αστεία… φαίνεται ότι το πράμα προχώρησε μέχρι το… απροχώρητο. Kι' όταν φτάσανε στο "τέρμα τα δίδραχμα", η Λένα την είχε ψωνίσει αγρίως.
      - Δεν συγκρίνεσθε με τον Mενέλαόν μου.
      - Kαλύτερος εγώ;
      - Kαλέ, ξερολούκουμο.
      Ύστερα στέναξε.
      - Aχ, που έφαγα τα νιάτα μου μ' αυτόν. Aχ, που δεν με καταλαβαίνει. Aχ που αδικούμαι.
      Όλες οι γυναίκες άμα την κάνουνε τη βρωμιά, ρίχνουνε το άδικο στον σύζυγο που δεν τις καταλαβαίνει. Kαι το Λενιώ τα ίδια. Kι' άμα είδε ότι ο μικρός το δαγκώνει το τουρσάκι, τούπεσε στο γεμάτο.
      - Πάμε να φύγουμε.
      - Πού να πάμε;
      - Στον τόπο σου.
      Tο άλλο πρωί μαγκώνει η Λένα ό,τι καλό πράμα είχε το μαγαζί, το μπογαλιάζει, παίρνει και τον Πάρι της και το άλλο πρωί, από το νησάκι την Kραναή πούναι έξω από το Γύθειο, το σκάσανε για την Tροία.
      Φτάσανε καμμιά φορά και λέει ο πατέρας του Πάρι, ο Πρίαμος.
      - Xαλάλι σου ρε, μόνο μη μας ανάψει καμμιά φωτιά.
      - Mη φοβάσθε, πάτερ.
      Γύρισε ο Mενέλαος με τα ξυλοκέρατα τα Kρητικά, αλλά μόλις και πάτησε του είπανε:
      - Πήγατε για ξυλοκέρατα;
      - Mάλιστα.
      - Tι τα θέλατε που έχουμε τα δικά σας;
      Έξαλλος ο Mενέλαος φώναξε τους πρίγκηπες όλους.
      - Δεν ορκιστήκατε ρε ότι θα με υποστηρίξετε;
      - Nαι.
      - Mου φάγανε τη Λένα.
      Mαζευτήκανε, λοιπόν, όλοι να πάνε να πλύνουνε την προσβολή. O Oδυσσέας που είχε και μυαλό, έκανε μια πρόταση:
      - Nα πάω εγώ με τον Mενέλαο, μπας και μας την δώσουνε χωρίς καυγά;
      - Nα πάτε.
      Πήγανε, λένε "θέλουμε την Eλένη", γελάγανε στην Tροία.
      - Pε άντε από δω, κερχελέδες.
      Kαι τότε είναι που σηκώθηκε ο στόλος και πήγε από την Aυλίδα (Iφιγένεια) στην Tροία.
      Άμα κι' είδανε οι Tρώες ότι το πράμα παίρνει σοβαρή μορφή, κιοτέψανε.
      Λέει, λοιπόν, ο Mενέλαος:
      - Nάρθη αυτός ο κερατάς ο Πάρις να μονομαχήσουμε.
      - Παρντόν, του αποκριθήκανε, αλλά ο κερατάς είσθε σεις.
      - Θάρθη;
      Πήγε ο Πάρις, αλλά ο Πάρις δεν ήτανε γενναίος. Γενναίος και ωραίος δεν γίνεται. Λοιπόν, πάνω που θα τον έκανε τ' αλατιού ο Mενέλαος, μπήκε στη μέση η Aφροδίτη και τον γλύτωσε.
      Tότε είναι που άναψε ο Tρωικός πόλεμος και η Eλένη τράβαγε τα μαλλιά της, διότι της άρεσε πάντα ο Πάρις, αλλά τον ήθελε και τον Mενέλαο.
      Tέλος πάντων, ξέρουμε για τον Tρωικό πόλεμο, να μην τα ξαναλέμε και να μην κάνουμε και χαλάστρα του Όμηρου γέρου ανθρώπου λίαν αξιοσεβάστου και πολλάκις παρεξηγηθέντος παρά των ερμηνευτών του…
      Kαλοπέρναγε πάντα ο Πάρις και δεν μάλωνε και πολύ και η Eλένη άρχισε να τον σιχαίνεται.
      - Άντρας είσαι συ;
 

   
 Mέχρι που βρέθηκε εκείνο το παλληκαράκι ο Φιλοκτήτης και τον στρίμωξε τον Πάρι και τον καθάρισε.
      H Eλένη έκλαψε για τα μάτια, αλλά τάφτιαξε με τον κουνιάδο της τον Δηίφοβο να μη μένη κι' απότιστη. Δια πυρός και σιδήρου, που λένε, η Λενιώ.
      Όταν οι Έλληνες πήρανε την Tροία, ο Mενέλαος βγήκε έξω θηρίο.
      - Πού είναι ο Δηίφοβος;
      - Kάπου έχει πάει, έρχεται.
      Tον περίμενε, λοιπόν, και μόλις ήρθε τον έβαλε στο κοντό με τον κοντό του.
      - Άτιμο ον…
      - Στάσου.
      - Nα με διπλοκερατώσης, ρε;
      - Mα…
      - Mαξ, είπε ο Mενέλαος και εφόνευσεν αυτόν πάραυτα. Και μετά πήγε στην Eλένη.
      - Παλιοπ…
      Kι' όπως ήτανε να την σκοτώση κι' αυτήν, την είδε και τ' ανάψανε τα μεράκια.
      - Άντε στη χαρίζω.
      Διότι υπάρχουνε πολλοί σύζυγοι που τρώνε το κέρατο και μετά τη χαρίζουνε.
      Tην πήρε λοιπόν, ελαφρώς μεταχειρισμένη, και φύγανε. Mάλιστα, λέει, πριν γυρίσουνε στη Σπάρτη, κάνανε και μια κρουαζιέρα Aίγυπτο, Συρία, Kρήτη και άλλα μέρη. Oχτώ χρόνια βάσταξε αυτό το ταξιδάκι, και, επί τέλους, γυρίσανε στη Σπάρτη.
      H Eλένη έμεινε με τον κύριό της.
      Πιστή. Δηλαδή δεν το ξέρουμε, διότι άμα και κάνεις πεντέξη απιστίες, τι σημασία έχει; Tι έξη, τι εξήντα; Tώρα όμως που είχε πείρα ό,τι και νάκανε τόκανε με ωραίο τρόπο και δεν την μυρίστηκε άνθρωπος και λένε "πάει ησύχασε". Θα μου πης τώρα ήτανε και δεκαοχτώ χρόνια μεγαλύτερη, ποιος γύριζε να την κυττάξη; E! Άμα "ήσουνε όμορφη" όλο και βρίσκονται κάτι θερινά υπόλοιπα…
      Λέει τώρα μια παροιμία: "Άμα θα νοιώση ο κερατάς τη γλύκα του κεράτου, μέλι και γάλα γίνεται με τη νοικοκυρά του".
      Όλα καλά και η Eλένη πέθανε στη Pόδο. Kαι να, δηλαδή, ακριβώς με ποιον τρόπο:
      Oι γυιοι του Mενελάου, ο Nικόστρατος και ο Mεγαπέμθης, το φέρανε βαριά που ο μπαμπάς τους κ.λ.π., κ.λ.π. Kι' άμα πέθανε ο Mενέλαος, την πιάνουνε την Eλένη και την αγριεύουνε.
      - Nα φύγης, μωρή, που μας έχεις κάνει ρεζίλι εις τους αιώνας, αμήν…
      Έφυγε, λοιπόν, η Λένα και πήγε στη Pόδο που είχε μια φιλενάδα, την Πολυξώ.
      O άντρας της όμως της Πολυξώς είχε σκοτωθεί στην Tροία εξ αιτίας της Eλενάρας και τούτη η Πολυξώ δεν την χώνευε.
      - H βρώμα, για να γλεντήση αυτή, χήρεψα εγώ…
      Έκανε όμως ότι την δέχτηκε μετά χαράς μεγάλης και στ' αλήθεια της το φύλαγε μανιάτικο.
      Mια μέρα μπαίνει η Λενιώ στο μπάνιο να καθαριστή, διότι όσο νάναι είχε σκόνες πολλές και η Πολυξώ πιάνει δυο δούλες της, άσχημες σαν την νύχτα, και τις μασκαρεύει σε Eρινύες. Mε το που σαπουνιζότανε, λοιπόν, το Eλενάκι στο μπάνιο, μπουκάρουνε οι Eρινύες και την κατατρομάξανε.
      - Mαμά!
      Kι' ύστερα τρελλάθηκε που δήθεν την κυνηγάνε οι Eρινύες να την τιμωρήσουνε και νόμιζε ότι είναι αχλάδι και πήγε και κρεμάστηκε από ένα δέντρο. Πάει η Έλεν. Tέρμα.
      Για την μακαρίτισσα λένε πολλά· ότι την είχε περιποιηθή και ο Kινύρας, ότι με τον Aχιλλέα κάτι είχε κάνει, ότι και άλλοι πολλοί την δροσίσανε, αλλά αυτά είναι λόγια του κόσμου και ο κόσμος είναι κακός. Bέβαια, να πούμε και μιαν αλήθεια. Άμα ο κόσμος λέη κάτι, "κάτι είναι". Άμα σου λέη ο Tάδε είναι απατεώνας, είναι απατεώνας. Γιατί δεν λένε και για όσους δεν είναι; Kαι άμα σου λένε "αυτή είναι παλουκοπηδήχτρα", είναι παλουκοπηδήχτρα οπωσδήποτε… Kαι άμα ψάξης τα βρίσκεις και έξω δεν πέφτεις.
      Aυτή είναι η ιστορία της Eλενάρας της κουκλάρας. Όμορφη ήτανε, δεν μπορούσε να γλυτώση. Eδώ δεν γλυτώνουνε οι άσχημες. Kαι καμμιά φορά και… οι άσχημοι.


από την Ελληνική ΜυΘολογία

επειδή αγαπώ Τσιφόρο !!!

Πέμπτη, 23 Οκτωβρίου 2014

Ερωτευτείτε ...



Ερωτευτείτε αυτόν που έγραψε: «Το αληθές απόβαρον ενός ανθρώπου ισούται με τις αγάπες, τον οίκτο και την αηδία που ένιωσε στη ζωή. Δύο μεγάλες αδικίες εγνώρισα: την φτώχια και την ερωτική καταφρόνια

Ερωτευτείτε τη διανόηση που δεν δέχεται να πρωταγωνιστήσει, που δεν βγαίνει το μεσημέρι στη ΝΕΤ, που δεν μπερδεύει την μετριοπάθεια με τις ίσες αποστάσεις και την εξαθλίωση με το αναπόφευκτο. Τη διανόηση που πολεμά το αναπόφευκτο, που παθιάζεται, που καίγεται από αγάπη και αγωνία, που βρίσκει τη θέση της όταν ανάβει η μάχη. Τη διανόηση που φτύνει τον κόρφο της όταν την αποκαλείς διανόηση.

Ερωτευτείτε τους τραγουδιστές που δεν πήγαν ποτέ στον Σπύρο Παπαδόπουλο, που δεν ήπιαν στην υγειά μας, που δεν γλέντησαν εκ μέρους μας ένα κάποιο Σάββατο. Ας πιούμε στην υγειά τους.

Αυτούς που τραγούδησαν το τίποτα δεν πάει χαμένο φτύνοντας το πιο πικρό σφίξιμο της καρδιάς τους.

Αυτούς που κλαίνε ξαφνικά και δίχως λόγο.

Ερωτευτείτε τα καφενεία του Γκόρπα, τα μπαρ του καλοκαιριού, τα τραπεζάκια έξω, το τάβλι δύο γέρων έξω απ’ τα άδεια μαγαζιά τους, τα σουβλάκια στα σκαλάκια των πολυκατοικιών, τις μπύρες στα δύο και το κορίτσι που περνάει ρίχνοντας λοξές ματιές.

Τα ξυπόλυτα κορίτσια, τα κορίτσια που δεν ποζάρουν, τα κορίτσια του Ιουλίου, των αόρατων νησιών, τα κορίτσια με τα αλατισμένα μαλλιά και την κόκκινη μύτη. Αυτά είναι ο πραγματικός κόσμος, η αλήθεια, το τέλος και η άκρη του νοήματος.

Τους αδύναμους. Δείτε. Η κούτα του άστεγου, το στοίβαγμα του μετανάστη, η αναζήτηση φαγητού στα σκουπίδια, ο απλήρωτος λογαριασμός. Υπάρχουμε και για να αναποδογυρίσουμε αυτό το ασυνάρτητο σύμπαν.

Ερωτευτείτε τους αυτόχειρες των χρόνων που ζούμε. Τρέξτε κοντά τους, απλώστε το χέρι, σταθείτε προσοχή. Αν δεν καταφέρετε να συγκρατήσετε το κορμί τους, πριν αυτό αιωρηθεί οριστικά και αμετάκλητα, κρεμαστείτε μαζί τους.

Αυτόν που έγραψε πρώτος το «οι μπάτσοι είναι παντού, αλλά ο έρωτας μας κάνει αόρατους» και αυτόν που το φωτογράφησε και αυτόν που το έκανε ριτουίτ και αυτόν που χαμογέλασε βλέποντάς το.

Ερωτευτείτε την πληγή του κυνηγημένου ξένου. Το φόβο του ανθρώπου χωρίς χαρτιά. Τη μοναξιά του ανθρώπου που πέρασε μέσα απ’ τις νάρκες και τα κύματα, για να πέσει απ’ το λυσσασμένο μαχαίρι του φασίστα.

Τους διαδηλωτές, που ανεβοκατεβαίνουν την Πανεπιστημίου, φωνάζοντας αλληλεγγύη, φωνάζοντας ελευθερία. Τις ομάδες σε γειτονιές και συνοικίες, που μαζεύουν ρούχα, που μαζεύουν φαγητά, ταινίες, υλικά και ανταλλάσσουν τα πάντα εκτός από χρήματα.

Αυτούς που βαριούνται να μιλήσουν για τη δουλειά ή τα λεφτά. Αυτούς που σου λένε το αγαπημένο τους χρώμα, το τραγούδι της εφηβείας τους, που θυμούνται το πρώτο κορίτσι που φίλησαν με τρυφερότητα και αυτούς που, σαν τον Χόλντεν, όταν λένε καριέρα, εννοούν να προσέχουν τα παιδιά που παίζουν σε ένα τεράστιο γήπεδο κλοτσώντας μπάλες πάνω κάτω και τραγουδώντας στίχους χωρίς λόγια, μόνο λα λα λα.

Τον Ντουρούτι, τον Ηλία Λάγιο και τον κλόουν του Μπελ. Τον Νίκο Καρούζο που πλήρωνε τα ποτά του με αυτοσχέδια ποιήματα σε χαρτοπετσέτες.

Ερωτευτείτε αυτούς που δεν κωλώνουν μπροστά στο ανέφικτο, αυτούς που πιστεύουν στα θαύματα που δεν έχουν εξήγηση, αλλά ούτε θρησκευτική προέλευση, αυτούς που αγαπούν τον ορθό λόγο επειδή υπηρετεί τον άνθρωπο και όχι το ανάποδο και αυτούς που δεν πίστεψαν σε οτιδήποτε ειπώθηκε οποτεδήποτε σε δελτίο ειδήσεων.

Αυτούς που κολύμπησαν νύχτα μεθυσμένοι και αυτούς που πνίγηκαν επειδή δεν άντεξαν τη σκληρότητα του κόσμου.

Ερωτευτείτε την φωνή του Αργύρη Μπακιρτζή, το «Θεέ μου μεγαλοδύναμε» και το παιδί που σφίγγει μια πέτρα στο χέρι, χωρίς να είναι σίγουρο ότι έχει δίκιο. Στα κρυφά, στη σιωπή, είμαστε σίγουροι ότι τουλάχιστον δεν έχει άδικο.

Τον Χρήστο Βακαλόπουλο που έλεγε για τον Αύγουστο του Νίκου Παπάζογλου, «το τραγούδι δεν είναι ερωτικό, αλλά ερωτευμένο». Μην δίνετε σημασία σε οτιδήποτε είναι ερωτικό, αλλά όχι ερωτευμένο.

Την Άννα Καρίνα, την Μόνικα Βίτι, τη σερβιτόρα της διπλανής καφετέριας, την Ροζάριο Ντόσον και όλες τις γυναίκες που έχουν αίμα μπερδεμένο, αίμα που έρχεται από δύο ή τρεις ηπείρους.

Ερωτευτείτε τον πατέρα κάποιου γαμπρού που με το τσιγάρο στο στόμα, μεθυσμένος, χορεύει το ζεϊμπέκικο της Ευδοκίας. Ερωτευτείτε το αχ Παναγιά μου, στο τέλος κάθε τέτοιας μουσικής.

Αυτόν που έγραψε, «μην αγαπάς τον πλησίον, αλλά πλησίασε τον αγαπώντα».

Την πιο μικρή ελιά στην κοιλιά της, τον απογευματινό ύπνο κάτω απ’ το αρμυρίκι ή την καρυδιά, την πιο λεπτή ειρωνεία, το παγάκι, την παρέα που κλαίει γελώντας και τη βουβαμάρα του καταστρώματος της επιστροφής.

Ερωτευτείτε το κορίτσι μου. Κάθε πρωί, κάθεται νυσταγμένη στην άκρη του κρεβατιού με γερμένους τους ώμους και τα χέρια να κρέμονται σαν τεράστιο εκκρεμές. Αυτή η εικόνα είναι η ασπίδα, η μολότοφ και το φωτόσπαθο που κρατάω στη χούφτα μου και με κάνει ιπτάμενο, απίθανο και ανήλικο.

Ερωτευτείτε το κορίτσι που περνάει δίπλα σας εδώ και τώρα.

Ερωτευτείτε.



[πηγή: tovytio]

Τετάρτη, 9 Ιουλίου 2014

Τακτοποιημένη Ακαταστασία ...με "Απανεμιά" περίσσια !

το Εργαστήριο μου ... ατακτοποίητο η "Απανεμιά Μου" *

εικόνα 1. "1η ακαταστασία" 

Πολύ καλημέρα !
Εύχομαι ακατάστατοι αλλα δημιουργικά σε ό,τι κανετε  και με δύναμη ψυχής για ΣΕ όλους μας !!
Ας "μην τυρβάζουμε περί πολλών" μόνο των απλών να μεριμνούμε !!



εικόνα 2. "2η ακαταστασία"

 

Τετάρτη, 28 Μαΐου 2014

Μην βιάζεσαι να βγάλεις συμπεράσματα για κάποιον...




Κάποτε στό Άγιον Όρος ήταν ένας μοναχός πού διέμενε στίς Καρυές. 

Έπινε καθημερινά καί μεθούσε καί γινόταν αιτία νά σκανδαλίζονται οι προσκυνητές.Κάποια στιγμή πέθανε καί ανακουφισμένοι κάποιοι πιστοί πήγαν στόν γέροντα Παΐσιο νά τού πούν μέ ιδιαίτερη χαρά ότι επιτέλους λύθηκε αυτό τό τεράστιο πρόβλημα.Ο π. Παΐσιος τούς απάντησε ότι γνώριζε γιά τό θάνατο τού μοναχού, αφού είδε ολόκληρο τάγμα αγγέλων πού ήρθαν νά παραλάβουν τήν ψυχή του. 
Οι προσκυνητές απόρησαν καί διαμαρτυρήθηκαν καί κάποιοι προσπαθούσαν νά εξηγήσουν στόν γέροντα Παΐσιο γιά ποιόν ακριβώς μιλούσαν, νομίζοντας ότι δέν κατάλαβε ο γέροντας.
Ο γέροντας Παΐσιος τούς διηγήθηκε: 
«Ο συγκεκριμένος μοναχός γεννήθηκε στή Μ. Ασία, λίγο πρίν τήν καταστροφή όταν οι Τούρκοι μάζευαν όλα τά αγόρια. 
Γιά νά μήν τό πάρουν από τούς γονείς του, αυτοί τό έπαιρναν μαζί τους στό θερισμό καί γιά νά μήν κλαίει, τού έβαζαν λίγο ρακί στό γάλα γιά νά κοιμάται.
Ως εκ τούτου μεγαλώνοντας έγινε αλκοολικός. Κάποια στιγμή και μετά από αποτρεπτικές απαντήσεις από διάφορους γιατρούς να μην κάνει οικογένεια, ανέβηκε στο Όρος και έγινε μοναχός. 
Εκεί βρήκε γέροντα καί τού είπε ότι είναι αλκοολικός.
Τού είπε ο γέροντας νά κάνει μετάνοιες καί προσευχές κάθε βράδυ καί νά παρακαλεί τήν Παναγία νά τόν βοηθήσει νά μειώσει κατά 1, τά ποτήρια πού έπινε.
Μετά ένα χρόνο κατάφερε μέ αγώνα καί μετάνοια νά κάνει τά 20 ποτήρια πού έπινε, 19 ποτήρια. 
Ο αγώνας συνέχισε μέ τήν πάροδο τών χρόνων καί έφτασε τά 2-3 ποτήρια, μέ τά οποία όμως πάλι μεθούσε.»
Ο κόσμος έβλεπε χρόνια ένα αλκοολικό μοναχό πού σκανδάλιζε τούς προσκυνητές, ο Θεός έβλεπε ένα αγωνιστή μαχητή πού μέ μεγάλο αγώνα αγωνίστηκε νά μειώσει τό πάθος του
Χωρίς νά ξέρουμε γιατί ο κάθε ένας προσπαθεί νά κάνει αυτό πού θέλει νά κάνει, μέ ποιό δικαίωμα νά κρίνουμε τήν προσπάθειά του;

(από "Διδαχές")
*******************************************************************************

Τρίτη, 27 Μαΐου 2014

Σε προειδοποιώ, σε ενημερώνω..!♪♫•*¨❤*

♪♫•*¨❤*♪♫•*❤*♪♫•*¨❤*♪♫•*❤*♪♫

Ποτέ δε σκέφτηκα ότι θα πόναγε έτσι η αγάπη
Όταν θάβεται ανάμεσα σε ένα οχι και ένα ναι
Είναι τη μια μέρα αυτή, την άλλη μερα εγώ
Μ' αφήνεις χωρίς καρδιά
Και με μηδέν λογική
Σε προειδοποιώ και σ'ενημερώνω οτι πλεον παραιτούμαι
Από τα βρώμικά σου σχέδια
Ξέρεις οτι εχω αναπτυξει ανοσία σε σενα
Σε περίπτωση που τα θαλασσώσουμε
Για χάρη σου έμεινα σαν τη Μόνα Λίζα
Χωρίς θλίψη και χωρίς χαμόγελο
Ας σε φροντίσει ο Θεος κι η μάνα σου
Φεύγω, θα είναι καλύτερα έτσι
Ξέρω ότι το να σε ξεχάσω δεν είναι εύκολο πράγμα
Με κάρφωσες στο σώμα σου σαν μαχαίρι
Αλλά ότι μπαίνει πρέπει να βγεί
Και αυτοί που είναι εδώ θα πρέπει να φύγουν
Ξεκινώντας από εμένα

♪♫•*¨❤*♪♫•*❤*♪♫•*¨❤*♪♫•*❤*♪♫
Ίσως δεν είσαι εσύ αυτός για μένα
Δε ξέρω πώς μπορεί να συνεχίσει κάποιος να ζει
Αγαπώντας έτσι,
Είσαι τοσο αξιολύπητος,
νευρωτικός,
σατιρικός,
ψυχωτικός,
Δεν το βλέπεις;
Το τανγκο δεν είναι για τρεις
Σχεδιάζω να δραπετεύσω αλλά πάει στραβά
Αλλά θα το προσπαθώ ξανά και ξανά
Θα...
Φεύγω
Έφυγα
Ε ε ε...
Θα είναι καλύτερα έτσι

♪♫•*¨❤*♪♫•*❤*♪♫•*¨❤*♪♫•*❤*♪♫
Ας σε φροντiσει ο Θεος κι η μάνα σου
Φεύγω, oh oh oh...
Ας σε φροντiσει ο Θεος κι η μάνα σου
Φεύγω,
Θα είναι καλύτερα έτσι

❤*♪♫
Shakira - Te Aviso, Te Anuncio
❤*♪♫



♪♫•*¨❤*♪♫•*❤*♪♫•*¨❤*♪♫•*❤*♪♫♪♫•*¨❤*♪♫•*❤*♪♫•*¨❤*♪♫•*❤*♪♫






Δευτέρα, 26 Μαΐου 2014

Ω γλυκό μου βάσανο... ❤*♪♫

♪♫•*¨❤*♪♫•*❤*♪♫•*¨❤*♪♫•*❤*♪♫

Ω γλυκό μου βάσανο,
Γιατί να μαλώνουμε αφού θα ξαναρχίσεις
Δεν είμαι παρά ένα τίποτα
Χωρίς αυτόν είμαι λίγο προβληματισμένη
Περιπλανιέμαι μόνη στο μετρό
Ένας τελευταίος χορός
Για να ξεχάσω τη μεγάλη μου δυστυχία
Θέλω να ξεφύγω, όλα να ξαναρχίσουν
Ω γλυκό μου βάσανο

♪♫•*¨❤*♪♫•*❤*♪♫•*¨❤*♪♫•*❤*♪♫
Ανακατεύω τον ουρανό, την μέρα, τη νύχτα
Χορεύω με τον άνεμο, με τη βροχή
Λίγο αγάπη, μια σταγόνα μέλι
Και χορεύω, χορεύω, χορεύω, χορεύω, χορεύω, χορεύω
Και μέσα στο θόρυβο, τρέχω και φοβάμαι
Είναι η σειρά μου;
Έρχεται ο πόνος...
Μέσα σε ολόκληρο το Παρίσι, με εγκαταλείπω
Και πετώ μακριά, πετώ, πετώ, πετώ, πετώ
Μόνο ελπίδα...
Σε αυτόν τον δρόμο η απουσία σου...
Όσο κι αν προσπαθήσω, η ζωή μου χωρίς εσένα δεν είναι παρά ένα αστραφτερό ντεκόρ
♪♫•*¨❤*♪♫•*❤*♪♫•*¨❤*♪♫•*❤*♪♫
Ανακατεύω τον ουρανό, την μέρα, τη νύχτα
Χορεύω με τον άνεμο, με τη βροχή
Λίγο αγάπη, μια σταγόνα μέλι
Και χορεύω, χορεύω, χορεύω, χορεύω, χορεύω, χορεύω
Και μέσα στο θόρυβο, τρέχω και φοβάμαι
Είναι η σειρά μου;
Έρχεται ο πόνος...
Μέσα σε ολόκληρο το Παρίσι, με εγκαταλείπω
Και πετώ μακριά, πετώ, πετώ, πετώ, πετώ
♪♫•*¨❤*♪♫•*❤*♪♫•*¨❤*♪♫•*❤*♪♫
Σε αυτό το γλυκό βασανιστήριο.
Που πλήρωσα όλες τις προσβολές του
Άκου πόσο μεγάλη είναι η καρδιά μου
Είμαι ένα παιδί του κόσμου
Ανακατεύω τον ουρανό, την μέρα, τη νύχτα
Χορεύω με τον άνεμο, με τη βροχή
Λίγο αγάπη, μια σταγόνα μέλι
Και χορεύω, χορεύω, χορεύω, χορεύω, χορεύω, χορεύω
Και μέσα στο θόρυβο, τρέχω και φοβάμαι
Είναι η σειρά μου;
Έρχεται ο πόνος...
Μέσα σε ολόκληρο το Παρίσι, με εγκαταλείπω
Και πετώ μακριά, πετώ, πετώ, πετώ, πετώ

Indila - Dernière Danse 
♪♫•*¨❤*♪♫•*❤*♪♫•*¨❤*♪♫•*❤*♪♫
love it !!! ♪♫•*¨❤*♪♫•*❤*♪♫•*¨❤*♪♫•*❤*♪♫

Για Ψυχική Ηρεμία ...μας χρειάζεται !!



*********************************************************

Προσευχή των Τελευταίων Σταρετς της Όπτινα !!

Κύριε! βοήθησέ με να αντιμετωπίσω με ψυχική γαλήνη όλα, όσα θα μου φέρει η σημερινή ημέρα. Βοήθησέ με να παραδοθώ ολοκληρωτικάστο άγιο θέλημά Σου. Στην κάθε ώρα της ημέρας φώτιζέ με και δυνάμωνέ με για το κάθε τι.
Όποιες ειδήσεις κι αν λάβω σήμερα, δίδαξέ με να τις δεχθώ με ηρεμία και με την ακλόνητη πεποίθηση ότι τίποτε δεν συμβαίνει, χωρίς να το επιτρέπεις Εσύ.
Καθοδήγησε τις σκέψεις και τα συναισθήματά μου σε όλα μου τα έργα και τα λόγια. Στις απρόοπτες περιστάσεις μη μ' αφήσεις να ξεχάσω ότι όλα παραχωρούνται από Σένα.
Δίδαξέ με να συμπεριφέρομαι σε κάθε μέλος της οικογένειάς μου και σ' όλους τους συνανθρώπους μου με ευθύτητα και σύνεση, ώστε να μη συγχύσω και στενοχωρήσω κανένα.Κύριε! δώσε μου τη δύναμη να υποφέρω τον κόπο και όλα τα γεγονότα της ημέρας αυτής, σε όλη τη διάρκειά της. Καθοδήγησε τη θέλησή μου και δίδαξέ μα να προσεύχομαι, να πιστεύω, να υπομένω, να συγχωρώ και ν' αγαπώ.
Αμήν.

*****************************************************************************************************************

Πέμπτη, 22 Μαΐου 2014

Eυχή γεμάτη πόνο, μετάνοια και ελπίδα!!.




Δέσποτα Χριστέ και Θεέ,

εσύ που με τα πάθη σου θεράπευσες τα πάθη μου και με τα τραύματά σου γιάτρεψες τα τράυματά μου, χάρισε δάκρυα κατάνυξης σε μένα που έφταιξα σε πολλά.
Ανάμιξε το σώμα μου με την οσμή του ζωοποιού σου σώματος και γλύκανε την ψυχή μου με το τίμιο αίμα σου, από την πικρία που με πότισε ο εχθρός(διάβολος).
Ύψωσε προς εσένα το νου μου, ο οποίος ελκύεται προς τα κάτω και ανέβασέ με απ'το χάσμα της καταστροφής. 

Διότι δεν έχω μετάνοια, δεν έχω κατάνυξη, δεν έχω δάκρυα παρηγοριάς, αυτά που είναι τα τέκνα που θα με φέρουν πίσω προς την κληρονομιά μου.
Ο νους μου είναι σκοτισμένος απ'τα βιοτικά πάθη και δεν έχω τη δύναμη να υψώσω τα μάτια μου προς εσένα με πόνο.

Δεν μπορώ να θερμανθώ στα δάκρυα της αγάπης μου προς εσένα. Αλλά, Δέσποτα Κύριε Ιησού Χριστού, εσύ ο θησαυρός των αγαθών, δώρισέ μου ολοκληρωτική μετάνοια και καρδιά που με πόνο να σε αναζητά.
Χάρισέ μου τη χάρη σου και ξανατύπωσε μέσα μου τις παραστάσεις της εικόνας σου.
Σε εγκατέλειψα, εσύ όμως μη με εγκαταλείψεις.
Βγες έξω και αναζήτησέ με, φέρε με πίσω στη κληρονομιά σου, συναρίθμησέ με με τα πρόβατα του εκλεκτού σου κοπαδιού και θρέψε με μαζί με αυτά με τη χλόη των θείων σου μυστηρίων.
Με τις θερμές ικεσίες της πάναγνης μητέρας σου και όλων των αγίων σου. Αμήν.


** έχω καιρό να γράψω στο μπλοκ-άκι μου αλλά αρκετές υποχρεώσεις δεν με αφήνουν οπότε σας αφιερώνω αυτή την ευχούλα ως ανταμοιβή της απουσίας μου !!
την ΚΑΛΗΜΕΡΑ ΜΟΥ σε ολους σας !! **

**

Παρασκευή, 21 Φεβρουαρίου 2014

My (wall) ** World

H ζωγραφική είναι ποίηση ?

...ή η ποίηση είναι ζωγραφική? :) !!!




i love painting !!! 
*•❤*

(Maria)
 *•❤*     *•❤*      *•❤*     *•❤*    *•❤*    *•❤*

Οι δημιουργίες μου ... από καρδιάς 2


Αλλ0 ένα βιβλίο που  ανακυκλώθηκε με περίσσια χαρά και ζήλο !
Έφτιαξα τις 5 φάσεις του Ιησού Γέννηση, Βάπτιση, Σταύρωση, Ανάσταση και Ανάληψη!

Χρειάστηκα 5 μέρες ,χρώματα, κέφι και μέρακι !!

Ομολογώ ότι όταν τελειώνει κάθε μου Δημιουργία μόνο τότε ξαναπατώ ...στη γη !!!

*********************************************************************************



photo by studio: http://www.filmaras.gr/#5-227

*********************************************************************************




η Σάρα ,η Μάρα και το Κακό Συναπάντημα

Χωρίς Λόγια !!!