Σάββατο, 11 Αυγούστου 2012

Ούτε και σήμερα ξύπνησα έξυπνη.


Ούτε και σήμερα ξύπνησα έξυπνη. Ευτυχώς. Και μήπως κοιμήθηκα έξυπνη;
Έρχεσαι το βράδυ να με πάρεις. Σταματάς μια γωνία παραπάνω.
Για να στρίψεις εύκολα. Τελευταία προβολή, έτσι και μπλέξουμε στην Πλάκα θα χάσουμε την έναρξη.
Μου αναβοσβήνεις τα φώτα. Βγαίνεις και μου κάνεις νεύμα: «έλα».
Στέκω και σου κάνω νεύμα. «Εγώ; Σε μένα το λες;».
Ξανανάβεις τα φώτα, φωνάζεις. «Έλα».
Σου ξανακάνω νεύμα. «Εγώ; Σε μένα το λες;».
«Όχι, στο Τίμιο Ξύλο. Τίμιο Ξύλο, έλα να σε πάω σινεμά».
Μη με φοβάσαι όταν είμαι βλάκας. Είναι που νιώθω προστατευμένη.
Ήσυχη. Ασφαλής.
Αν ισχύει η παρατήρησή μου, έξυπνος γίνεσαι όταν είσαι θυμωμένος.
Μπορεί για όσα έπαθες εξαιτίας της βλακείας σου.
Όταν είσαι προδομένος.
Απαρηγόρητος.
Τότε βλέπεις φως.
Επιτέλους, έξυπνος ξανά.
Όταν η ψυχική εξάντληση σε εκμηδενίζει τόσο ώστε να μπορείς να σκέφτεσαι με το καλύτερο μυαλό σου. Αυτό που αρνείται τις αυταπάτες.
Άρνηση της αυταπάτης λένε οι έξυπνοι, σημαίνει ευφυΐα.
Πλήρης άρση της αυταπάτης, γράφει ο Ντιούραντ, είναι ο κυνισμός.
Άρα ο κυνισμός είναι η μεγαλύτερη απόδειξη της ευφυΐας.
Για μένα, πάλι, κυνικός είναι ο κακοπαθημένος.
Που τίποτα δεν του επέτρεψε να ξεχάσει.
Κανείς δεν τον χάιδεψε, δεν τον βοήθησε ώστε να αναλάβει.
Ούτε και σήμερα ξύπνησα κυνική.(Σε ευχαριστώ. Δικό σου όλο, φίλε. Σταθερή μου, κατατεθειμένη αξία μου. Πρώτη σημασία μου. Τίποτα δε φτάνει για να σ’ το ξεπληρώσω.)
Έλα τώρα, Κέικ. Γάβγισε να σε ακούσει στο τηλέφωνο.
Πες του πως χάρη σε αυτόν ο Θεός ανοίγει μαζί μας νέο γύρο.
Δοκιμάζει την αντοχή μας στο Καλό.
Μην το λέμε δυνατά και μας ματιάσουν, αλλά αντέχουμε.
Ονειρευόμαστε. Μπράβο καλό σκυλί.
Ακόμα ένα γάβγισμα. Κάνε του αγάπες.
Πες του πως όλα πια εδώ, χάρη σε αυτόν, ισορροπία και τάξη.


Aπόσπασμα από το » Σαββατογεννημένη» της Μαλβίνας Κάραλη.

"Αχ ζωή, κάτι μου κρύβεις.."




.....κάτι μαγικό που το ποθώ

Πως περνάς, και νιώθω να το αγγίζω 


όσο το απωθώ..."


Να 'μαι καλά, στα χαμηλά 


και δω στη γη να ξημερώνω



Να ζω με τούτα τα ψηλά 


να χάνομαι στο χρόνο





Να σέβομαι τη λογική 


τα συναισθήματα να πνίγω



Κρυφά να γίνομαι παιδί 


να ξαναπαίζω λίγο


Αχ ζωή, κάτι μου κρύβεις, 


κάτι μαγικό που το ποθώ


Πως περνάς , και νιώθω να το αγγίζω 


όσο το απωθώ



Να λέω το πικρό γλυκό 


να ζω δυο πόδια για να βγαίνω


Καφέ να πίνω στο σταθμό


 να μην πηδάω στο τρένο



Να βάζω παραεκεί το εγώ 


μην αγαπήσω σαν κουρσάρος


Κι απ του ονείρου να λυγώ


στο πουπουλένιο βάρος



Αχ ζωή, κάτι μου κρύβεις,


 κάτι μαγικό που το ποθώ


πως περνάς, και νιώθω να το αγγίζω


 όσο το απωθώ



Μουσική : Γιώργος Καζαντζής

Στίχοι : Γιάννης Τσατσόπουλος
ερμηνεία : Λιζέτα Καλημέρη


τα ωραία τραγούδια πάντα μπροστά

στη σκηνή της ζωής !!



Παρασκευή, 10 Αυγούστου 2012

Στις άκρες απ’ τα μάτια σου...






Αχ, στις άκρες απ’ τα μάτια σου
τον έρωτα εστείλανε
και μου ’στησε καρτέρι
και μου ’στησε καρτέρι.

Αχ, στις άκρες απ’ τα χείλη σου
τα δίχτυα τους ερίξανε
και πιάσαν την καρδιά μου
και πιάσαν την καρδιά μου.

Και σαν ψαράκι σπαρταρώ
στ’ αγκίστρι καρφωμένο
κι όταν ακούω να τραγουδάς
χίλιες φορές πεθαίνω.



Στίχοι: Γιώργος Ζήκας
Μουσική: Γιώργος Ζήκας
Πρώτη εκτέλεση: Ελευθερία Αρβανιτάκη

*********************************************


Ευ-φορία ή Εφορία ?




δεν θυμάμαι απο που την είχα

αποθηκευμένη τη φωτο -γέλιο ...

νομίζω είναι οι αγανακτισμένοι  !!!

Ο ΚΥΚΛΟΣ ΤΟΥ 99 TOY XOΡΧΕ ΜΠΟΥΚΑΙ αξίζει να το διαβάσετε αν και μεγάλο


Ζούσε κάποτε, πριν πολλά χρόνια, ένας βασιλιάς πολύ θλιμμένος που είχε έναν υπηρέτη χαρούμενο και αισιόδοξο.
Κάθε πρωί ξυπνούσε τον βασιλιά πηγαίνοντας του το πρόγευμα, τραγουδούσε χαρούμενα στιχάκια, του έκανε αστείους μορφασμούς. Στο κεφάτο πρόσωπό του υπήρχε πάντα ένα μεγάλο φωτεινό χαμόγελο, αλλά και όλη του η ζωή ήταν ήρεμη και ευτυχισμένη.
Κάποια μέρα ο βασιλιάς δεν άντεξε και τον ρώτησε:
-Ποιό είναι το μυστικό σου;
-Ποιό μυστικό Μεγαλειότατε;
-Μην κάνεις ότι δεν καταλαβαίνεις. Ποιό είναι το μυστικό της χαράς σου. Λέγε γρήγορα.
-Μα…δεν υπάρχει μυστικό Μεγαλειότατε.
-Πως τολμάς να λες ψέμματα σ΄εμένα. Έχω κόψει κεφάλια για πολύ μικρότερες προσβολές, από ένα ψέμα.
-Πιστέψτε με Μεγαλειότατε, σας παρακαλώ, δεν σας κρύβω τίποταΔεν υπάρχει κανένα μυστικό.
-Και πως τα καταφέρνεις βρε ανόητε και είσαι όλη την μέρα τόσο κεφάτος; Σε έχω παρακολουθήσει, σε βλέπω. Ολο χαχαχού και αστεία είσαι.
-Μα Μεγαλειότατε, η ζωή ήταν τόσο γενναιόδωρη μαζί μου. Η Λαμπροσύνη σας με τιμά και με έχει στην υπηρεσία της. Με την γυναίκα μου και τα παιδιά μου μένουμε σ΄ένα ωραίο σπίτι που μας παραχώρησε το παλάτι. Μας προσφέρετε ρούχα και τροφή για όλους μας, δωρεάν εκπαίδευση στα παιδιά μου, επί πλέον δε, η Μεγαλειότητα σας μου πληρώνει και ένα μικρό μηνιαίο επίδομα, που ικανοποιεί τις μικροεπιθυμίες μας. Πως να μην είμαι ευτυχισμένος;
-Άκου, ηλίθιες δικαιολογίες εχω χορτάσει από τους συμβούλους μου. Αν δεν μου πεις το μυστικό της χαράς σου, η υπομονή μου θα εξαντληθεί και μαζί της και το κεφάλι στους ώμους σου. Είναι αδύνατον να είναι κάποιος ευτυχισμένος με αυτά που μου παρέθεσες.
-Μα Βασιλιά μου σας παρακαλώ πιστέψτε με. Δεν σας κρύβω κάτι. Πως θα μπορούσα άλλωστε. Δεν υπάρχει μυστικό.
-Χάσου απο μπροστά μου ηλίθιε, πριν φωνάξω το δήμιο. Γελοίε. Καραγκιόζη.
Ο υπηρέτης χαμογέλασε, έκανε μια βαθειά υπόκλιση, και βγήκε από το δωμάτιο. Τον βασιλιά όμως, δεν τον χωρούσε ο τόπος. Του φαινόταν τόσο παράλογο ο βαλές του να είναι τόσο ευτυχισμένος, ζώντας σε δανεικό σπίτι, τρώγοντας από τα περισσεύματα των αυλικών, φορώντας ρούχα από δεύτερο χέρι. Αφού κατάφερε κάπως να ηρεμήσει, φώναξε τον πιο σοφό σύμβουλό του και του διηγήθηκε την συζήτηση και την απορία του.
-Πες μου γέροντα, γιατί ο άνθρωπος αυτός είναι ευτυχισμένος;
-Α, Μεγαλειότατε, επειδή προφανώς βρίσκεται έξω από τον κύκλο.
-Έξω από που;
-Μα από τον κύκλο.
-Γι αυτό είναι ευτυχισμένος;
-Όχι μεγαλειότατε, γι αυτό δεν είναι δυστυχισμένος.
-Δεν καταλαβαίνω γέροντα. Δηλαδή όποιος είναι στον κύκλο είναι δυστυχής; Εγώ είμαι δυστυχής διότι είμαι μέσα στον κύκλο;
-Ακριβώς βασιλιά μου.
-Και πως βγήκε;
-Δεν μπήκε ποτέ.
-Βάλθηκες να με τρελλάνεις κι εσύ γέροντα. Τι στην οργή κύκλος είναι αυτός και γιατί μας προκαλεί θλίψη;
-Είναι ο κύκλος του ενενήντα εννέα.
-Και πως λειτουργεί αυτός ο διαολόκυκλος;
-Μεγαλειότατε είναι δύσκολο να σας τον εξηγήσω με λόγια, μπορώ όμως να σας τον δείξω στην πράξη.
-Δηλαδή τι θα κάνεις;
-Αν μου επιτρέψεται θα βάλω τον υπηρέτη σας στον κύκλο.
-Πως δηλαδή, θα τον σπρώξεις; είπε ο βασιλιάς κοροιδευτικά.
-Δεν θα χρειαστεί βασιλιά μου. Αν βρει την ευκαιρία θα μπει μόνος του.
-Και καλά, όταν μπεί δεν θα δει ότι αυτό τον έκανε δυστυχισμένο, ώστε να βγεί κατ΄ευθείαν;
-Θα το αντιληφθεί, αλλά δεν θα θέλει να φύγει.
-Δηλαδή μου λες ότι θα καταλάβει πως αν μπει στον κύκλο θα δυστυχήσει, αλλά παρ΄όλα αυτά θα μπεί οικιοθελώς και δεν πρόκειται να ξαναβγεί;
-Ακριβώς Μεγαλειότατε. Κανένας δεν θέλει να βγεί από τον κύκλο του ενενήντα εννέα. Οσο και αν τον κάνει δυστυχισμένο. Θα μάθεις λοιπόν πως λειτουργεί ο κύκλος, αλλά εσύ θα χάσεις έναν εξαίρετο υπηρέτη και το παλάτι έναν χαρούμενο άνθρωπο.
-Δεν με νοιάζει. Τι πρέπει να κάνουμε; Πότε ξεκινάμε;
-Σήμερα το βράδυ βασιλιά μου. Θα περάσω να σε πάρω . Θα έχεις ετοιμάσει ένα σακί με ενενήνταεννέα φλουριά. Ούτε ένα περισσότερο, ούτε ένα λιγότερο.
Πράγματι, την νύχτα ο σοφός πέρασε να πάρει τον βασιλιά. 
Πήγαν μαζί στο σπιτάκι του υπηρέτη, στην άκρη της αυλής του παλατιού, κρύφτηκαν και περίμεναν να ξημερώσει. 
Μόλις αχνοφέγγισε και άναψε στο δωμάτιο ένα κερί, ο σοφός έβαλε στο σακούλι ένα μύνημα που έλεγε:
Ο ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΕΙΝΑΙ ΔΙΚΟΣ ΣΟΥ. 
ΕΙΝΑΙ ΒΡΑΒΕΙΟ ΕΠΕΙΔΗ ΕΙΣΑΙ ΞΕΧΩΡΙΣΤΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ. ΑΠΟΛΑΥΣΕ ΤΟΝ. 
ΜΗΝ ΠΕΙΣ ΣΕ ΚΑΝΕΝΑΝ ΠΩΣ ΤΟΝ ΒΡΗΚΕΣ.
Έδεσε το σακί στην πόρτα του υπηρέτη, χτύπησε δυό φορές και έτρεξε να ξανακρυφτεί. 
Οταν υπηρέτης βγήκε ξαφνιασμένος, ο βασιλιάς παρακολουθούσε πίσω από έναν θάμνο. 
Τον είδε να διαβάζει το μύνημα και να ανοίγει το πουγγί. 
Είδε την έκπληξη στο πρόσωπό του, το αρχικό φόβο, την καχύποπτη, ερευνητική ματιά μήπως ήταν κανένας τριγύρω. 
Τον είδε να σφίγγει το πουγκί στην αγκαλιά του, να ανοίγει το πουκάμισο και να το βάζει στο στήθος του, να χώνεται γρήγορα σπίτι του. Μόλις άκουσαν την κλειδαριά να διπλοαμπαρώνει, ο βασιλιάς με τον σοφό πλησίασαν στο παράθυρο για να κατακοπεύσουν.
Ο υπηρέτης είχε ρίξει στο πάτωμα τα πιατικά που ήσαν στο τραπέζι, αφήνοντας μόνο το κερί. 
Καθισμένος σε μια καρέκλα άδειαζε το περιεχόμενο.
Τα μάτια ήταν γουρλωμένα, κόντευαν να βγουν έξω από τις κόγχες. Ηταν φανερό δεν μπορούσε να πιστέψει αυτό που έβλεπε. 
Ενα βουνό από χρυσά φλουριά.
Ενας θησαυρός. Ολος δικός του. 
Αυτός που δεν είχε ποτέ ως τώρα στην ζωή ακουμπήσει έστω ένα χρυσό φλουρί, τώρα είχε ένα μικρό βουνό από αυτά. 
Δικά του.Αρχισε να τα χαζεύει και να τα κάνει στίβες. 
Τα κοίταζε πως άστραφταν στο φως του κεριού και χαζογελούσε. 
Τα συγκέντρωνε, τα σκόρπιζε για να ακούει το κουδούνισμά τους. Και όλο χαμογελούσε.
Παίζοντας άρχισε να τοποθετεί σε στίβες των δέκα. 
Μια δεκάδα, δύο δεκάδες, τρείς, τέσσερις, πεντε, έξι…Ταυτόχρονα έκανε και το άθροισμα. 
Πενήντα, εξήντα, εβδομήντα, ογδόντα, ενενήντα, εκατ…που είναι το τελευταίο? 
Ξαναμετρά μία μία τις στίβες να βρεί το λάθος, τίποτα. 
Τα στήνει σε κολώνες, την μία δίπλα στην άλλη, μήπως κάποια προεξέχει…Τίποτα. 
Η τελευταία κολώνα ελλειματική. Μόνο εννέα φλουριά.
Κοιτάζει ερευνητικά το τραπέζι, σηκώνει το κερί, γυρίζει το μέσα έξω στο σακκούλι…Τίποτα. 
Γονατίζει και αρχίζει να ψάχνει στο πάτωμα. Δεν μπορεί τα φλουριά ΕΠΡΕΠΕ να είναι εκατό.
-Δεν είναι δυνατόν, μονολογούσε όσο έψαχνε. Κάπου πρέπει να μου έπεσε…κάπου πρέπει να είναι. 
Με λήστεψαν! Αλήτες! Κερατάδες! Με κλέψανε!
Γονατισμένος κοιτούσε πάνω στο τραπέζι, έβλεπε τις κολώνες με τα φλουριά και αισθανόταν πως κάτι του είχε διαφύγει. 
Δεν μπορεί, κάπου έκανε λάθος. Αδύνατον η μία κολώνα να είναι κουτσή. 
Αλλά το φλουρί που έλειπε, πουθενά.
Τελικά σαν να το πήρε απόφαση.
Ενενηντα εννέα φλουριά, είναι πολλά λεφτά…συλλογίστηκε. 
Μπορώ να ζήσω την υπόλοιπη ζωή σαν άρχοντας…συνέχισε. 
Αλλά δεν είναι στρογγυλός αριθμός, ρε γαμώτο. 
Το εκατό, μάλιστα, είναι στρογγυλός αριθμός. 
Τώρα μου λείπει ένα.
Ο βασιλιάς και ο σοφός σύμβουλος κοιτούσαν από το παράθυρο. 
Το πρόσωπο του υπηρέτη δεν ήταν το ίδιο. 
Ηταν σκεπτικός, σκυθρωπός με χείλη στενά, τραβηγμένα. 
Με μάτια μισόκλειστα έξυνε το κεφάλι του.
Κάτι σκεπτόταν. Μάζεψε τα φλουριά στο σακκούλι και κοιτάζοντας καχύποπτα ολόγυρα, το έκρυψε προσεκτικά, όσο πιο αθόρυβα μπορούσε πίσω από ένα σωρό καυσόξυλα. 
Υστερα πήρε χαρτί και μολύβι και κάθισε να κάνει λογαριασμούς.
Πόσο καιρό πρέπει να κάνω οικονομίες, ώστε να αποκτήσω και το εκατοστό φλουρί; 
Ο υπηρέτης μιλούσε μόνος, παραμιλούσε ασυναίσθητα. 
Θα βρώ και δεύτερη δουλειά, θα δουλέψω σκληρά για ένα διάστημα, μέχρι να το κερδίσω. 
Μετά όμως μεγάλε…άραγμα. 
Ναι, με εκατό φλουριά, μπορεί ένας άνθρωπος να μην δουλεύει. Μπορεί να ζει δίχως σκοτούρες. Είσαι πλούσιος! Είσαι άρχοντας! Δεν υπάρχει λόγος να δουλεύεις. αγόρι μου!
Τελείωσε τους υπολογισμούς του. 
Αν δούλευε σκληρά κι έβαζε στην άκρη όλο το μηνιάτικο του και ότι έξτρα χρήματα έπαιρνε, σε πέντε το πολύ έξι χρόνια θα μπορούσε να αγοράσει ένα χρυσό φλουρί.
-Έξι χρόνια είναι πάρα πολλά, μονολόγησε. Θα μπορούσα όμως να βάλω και την γυναίκα μου να δουλέψει. Κάποια δουλειά θα βρεί να κάνει στην πολιτεία. Θα μπορούσε να καθαρίζει σπίτια. Αλλά κι εγώ, πέντε η ώρα τελειώνω από το παλάτι. Μπορώ να κάνω το βοηθό σε κανένα μάστορα, δυό τρεις ώρες μέχρι να νυχτώσει.
Ξαναπιάνει το μολύβι και αρχίζει πάλι τους υπολογισμούς. 
Με την έξτρα δουλειά τη δική του και την συνεισφορά της γυναίκας του θα μάζευε τα χρήματα για το φλουρί σε τρία χρόνια. 
Εξακολουθούσε να είναι πολύς, πολύς καιρός.
Ισως θα μπορούσαμε να κάνουμε και κάποιες οικονομίες.
Να πουλήσουμε ας πούμε λίγο από το φαγητό. Ετσι κι αλλιώς το πολύ φαί, κακό κάνει. Ασε που μια και είναι τζάμπα, τό΄χουμε παρακάνει. Και τα χειμωνιάτικα παπούτσια. 
Τι χρειάζονται; 
Μπαίνει η Ανοιξη. Ερχονται ζέστες. 
Και τα επανωφόρια μπορώ να το πουλήσω. 
Να πουλήσω…Να πουλήσω…
Πρέπει να γίνουν θυσίες. Αλλωστε θα πιάσουν τόπο. 
Σε δυό χρονάκια το πολύ θα αγοράσουμε το φλουρί που μας λείπει και μετά…ποιός μας πιάνει μετά. 
Θα είμαστε πλούσιοι.
Οτι μας γιαλίζει θα το αγοράζουμε. Αυτό είναι. 
Δύο χρόνια στο τούνελ και μετά…
Ο βασιλιάς και ο σύμβουλος γύρισαν στο παλάτι.
Ο υπηρέτης είχε μπεί στον κύκλο του ενενηντα εννέα.
Τους μήνες που ακολούθησαν, ο υπηρέτης έβαλε σε εφαρμογή τα σχέδια που είχε αποφασίσει εκείνο το πρωινό. 
Δούλευε πολύ, κουραζόταν, κακοκοιμόταν, αλλά επέμενε στην απόφασή του. Ενα πρωινό, μπήκε με το πρωινό στο δωμάτιο του βασιλιά, αργός, κακόκεφος, αμίλητος, όπως συνήθιζε τελευταία.
-Μα καλά, τί έπαθες εσύ, ρωτά τάχα ανήξερος ο βασιλιάς.
-Μια χαρά είμαι Μεγαλειότατε. Θέλετε τίποτε άλλο;
-Μέρες έχω να σ΄ακούσω να τραγουδάς. Σου συμβαίνει κάτι;
-Αν δεν κάνω λάθος, η δουλειά μου είναι σας σερβίρω και να σας βοηθώ να ντυθείτε. Δεν κάνω τη δουλειά μου? Την κάνω και μάλιστα άψογα, συνέχισε. Δεν με προσλάβατε για γελωτοποιό ούτε για τραγουδιστή.
Μετά από μερικούς μήνες, ο βασιλιάς έδιωξε τον υπηρέτη από το παλάτι.
Δεν είναι ευχάριστο να περιβάλλεσαι από κακόκεφους, μουρτζούφληδες υπαλλήλους.
Ο ασπρομάλλης ψυχαναλυτής έκανε μια παύση και κοίταξε προσεκτικά τον ασθενή του. 
Προσπάθησε να διαβάσει τα συναισθήματα από την ιστορία στο πρόσωπό του. Ανακάθησε στην πολυθρόνα του, πήρε το ποτήρι δίπλα του και ρούφηξε μια μεγάλη γουλιά σακέ. 
Καθάρισε την φωνή του και συνέχισε:
Βλέπεις Ντεμιάν, εσύ, εγώ και όλοι μας έχουμε εκπαιδευθεί σ΄αυτήν την ηλίθια ιδεολογία. 
Πάντοτε κάτι μας λείπει για να νιώσουμε ικανοποιημένοι, και δυστυχώς μόνο αν είσαι ικανοποιημένος μπορείς να απολαύσεις όσα έχεις. 
Γι αυτό, μάθαμε πως τάχα η ευτυχία θα έλθει όταν ολοκληρώσουμε αυτό που μας λείπει…
Και επειδή πάντα κάτι λείπει, ξαναγυρίζουμε στην αρχή και δεν απολαμβάνουμε ποτέ την ζωή…
Τι θα συνέβαινε όμως, αν η φώτιση ερχόταν στις ζωές μας και αντιλαμβανόμαστε, έτσι ξαφνικά, ότι τα ενενηντα εννιά φλουριά μας είναι το 100% του θησαυρού;
Οτι δεν μας λείπει τίποτα, κανένας δεν μας έκλεψε τίποτα, το εκατό δεν είναι καθόλου πιο στρογγυλός αριθμός από το ενενηντα εννιά;
Οτι αυτό, είναι μόνο μια παγίδα, ένα καρότο που έβαλαν μπροστά μας, για να είμαστε βλάκες, για να σέρνουμε το κάρο,κουρασμένοι, κακόκεφοι, δυστυχείς και συμβιβασμένοι;
Μια παγίδα για να μην σταματήσουμε ποτέ να σπρώχνουμε και να μείνουν όλα όπως έχουν. Αιωνίως τα ίδια. Πόσα θα άλλαζαν αν μπορούσαμε να απολαύσουμε τους θησαυρούς μας, έτσι ακριβώς όπως είναι. Ετσι ακριβώς όπως τους κατέχουμε.
Προσοχή όμως Ντεμιάν. 
Το να παραδεχτείς ότι το ενενηνταεννιά είναι ο θησαυρός, δεν σημαίνει ότι πρέπει να εγκαταλείψεις τους στόχους σου. 
Δεν σημαίνει άραγμα, συμβιβασμός με οτιδήποτε. 
Γιατί άλλο το να παραδέχεσαι, κι άλλο το να συμβιβάζεσαι. 

Αυτό όμως, είναι σε άλλο παραμύθι.
ΑΠΌ :Χόρχε Μπουκάι «Να σου πω μια Ιστορία»

Πέμπτη, 2 Αυγούστου 2012

..αφού δεν πάμε HOLIDAY ...Ας τραγουδήσουμε



Let me take you far away you would 






like a holiday...

**************s c o r p i o n s ************



Let me take you far away

You'd like a holiday
Let me take you far away
You'd like a holiday

Exchange the cold days for the sun
A good time and fun
Let me take you far away
You'd like a holiday

Let me take you far away
You'd like a holiday
Let me take you far away
You'd like a holiday

Exchange your troubles for some love
Wherever you are
Let me take you far away
You'd like a holiday

Longing for the sun you will come
To the island without name
Longing for the sun be welcome
On the island many miles away from home
Be welcome on the island without name
Longing for the sun you will come
To the island many miles away from home





*****************************************************

Τετάρτη, 1 Αυγούστου 2012

1η Αυγούστου 2012

"Aυτά τα δέντρα δε βολεύονται
 με λιγότερο ουρανό,
αυτές οι πέτρες δε βολεύονται
κάτου απ' τα ξένα βήματα,
αυτά τα πρόσωπα δε βολεύονται
παρά μόνο στον ήλιο,
αυτές οι καρδιές δε βολεύονται
παρά μόνο στο δίκιο".
 (Γιάννης Ρίτσος)

Η ώρα της μεγάλης κρίσης για τον Ελληνισμό (Σαράντος Καργάκος)‏

Τόπος: Λευκωσία  ομιλία:  22/02/2012 


(σχόλιό μου: Πικρές  αλήθειες, αλλά  ποιος  τολμά  να  βγει  και  να  τις  βροντοφωνάξει ;)



Ας ξεκινήσουμε, αγαπητοί, από ένα εξορκισμένο σήμερα «εθνικιστή» ποιητή που κάποτε τολμούσαμε να θεωρούμε πρώτο εθνικό μας ποιητή, τον Διονύσιο Σολωμό: γράφει στους «Ελεύθερους Πολιορκημένους»:
«Αραπιάς  άτι, Γάλλου νούς,  βόλι Τουρκιάς, τόπ’ Αγγλου  *        
πόλεμος μέγας πολεμά,  βαρε τό καλυβάκι...»
 *  τόπ΄ =  μπάλα  κανονιού 
Εννοείτε ασφαλώς ποιο είναι το καλυβάκι στον παρόντα καιρό.  Όχι η Ελλάς ή η προέκτασή της η Κύπρος, αλλά σύμπας ο Ελληνισμός.  Ο Ελληνισμός μετά τις εξάρσεις του στον πόλεμο του ’40-’41, με την αντίστασή του κατά των αρχών Κατοχής, με τον ενωτικό αγώνα της  Κύπρου (μια δράκα μαχητές κατά μιας αυτοκρατορίας) αποτελούσε κακό παράδειγμα για τους λοιπούς λαούς.  Κακό παράδειγμα υπήρξε και με την Επανάσταση του ’21 που διέλυσε τον ιστό της υποταγής που είχε επιβάλει η Ιερά Συμμαχία.  Όταν το 1830 έκλεινε η αυλαία της Ελληνικής Επαναστάσεως άνοιγε η αυλαία των ευρωπαϊκών επαναστάσεων.
Γι’ αυτό ο ανυπότακτος, ο απειθάρχητος, ο μη συμμορφούμενος «τος ξένων ρήμασι» λαός, ο δάσκαλος του απροσκύνητου ήθους έπρεπε να χτυπηθεί στις ρίζες, στις πνευματικές και ιστορικές καταβολές του. Το σχέδιο ετοιμάστηκε την επαύριο του Πολυτεχνείου.  Αλλ’ ο λαός αυτός έπρεπε να υποστεί δύο στρατιωτικά πλήγματα για να συνετισθεί.  Επτά χρόνια δικτατορίας δεν είχαν «σιδερώσει» το φρόνημά του.  Έτσι ήλθαν το 1974 ο Αττίλας και μερικά χρόνια αργότερα η ασχήμια της Ύμιας.  Κι έκτοτε άρχισε εν ονόματι ενός πολιτικού ρεαλισμού η χαλιναγώγηση του ελληνικού φρονήματος, η καταπτόηση, η τουρκοφοβία που τελικά – πάντα εν ονόματι του πολιτικού ρεαλισμού-  μετεξελίχθηκε σταδιακά σε τουρκολατρία.  Έχουμε εδώ μια κλασσική περίπτωση του «Συνδρόμου Στοκχόλμης», όπου το θύμα ερωτεύεται τον βασανιστή του.
Μετά την έκρηξη σε παγκόσμια κλίμακα του Ελληνισμού για το όνομα της Μακεδονίας, μια έκρηξη που κράτησε επί μία τριετία, έπεσαν πάνω μας «λυτοί και δεμένοι» να συμμαζευτούμε, να προσγειωθούμε, να σωφρονισθούμε. Έτσι επροκόψαμε.  Σήμερα όχι η Ελλάς, αλλ’ ο Ελληνισμός, είναι παντού ντροπιασμένος.  Χάσαμε όλες τις διπλωματικές μάχες, χάσαμε το επιχειρηματικό μας κεφάλαιο, χάσαμε την εργατικότητά μας, το εθνικό και το κοινωνικό μας φιλότιμο.  Προτιμάμε πια την αγγλική ως γλώσσα και γραφή και όχι την ξεπερασμένη κι ατιμασμένη Ελληνική, τη μητέρα του ευρωπαϊκού γλωσσικού πολιτισμού.
Κι όλα αυτά πώς και γιατί;  Έπρεπε και πρέπει να επιβληθεί το παγκόσμιο ολοκληρωτικό κράτος.  Και οι λαοί, όπως γράφει ο Βάρναλης, να έχουν «μια σκέψη δετή που τους την πλάσανε οι δυνατοί». Χρειαζόταν, όμως, ένα κράτος – πειραματόζωο. Και σαν τέτοιο επιλέχτηκε όχι απλώς το ελληνικό κράτος, αλλά σύμπας ο Ελληνισμός.  Με τρόπο μεθοδικό έσπασαν τις πνευματικές και ιστορικές μας ρίζες, απογύμνωσαν την ελληνική γλώσσα και γραφή από τις αρχέγονες καταβολές τους, υποβάθμισαν τη σημασία του έθνους σαν τάχα μου φαντασιακή κατασκευή και παρουσίασαν έναν κατ’ όνομα ελληνικό κόσμο περίπου, όπως εμφανίζονται κατ’ όνομα εδώ και 50 χρόνια οι Σκοπιανοί.



Η σύγχρονη οικονομική κρίση είναι απότοκος της πνευματικής και ηθικής.  Εξωπετάχθηκαν όλες οι προγονικές αξίες που δημιουργούσαν ανθρώπους αξίας και εν ονόματι ενός δάνειου πλούτου βουτηχτήκαμε στο βούρκο του ανιδανισμού, του αμοραλισμού, του καριερισμού και του πολιτικού οππορτουνισμού.  Πολλοί που βιάζονται να ψάλλουν το requiem της Ελλάδος σιγομουρμουρίζουν «η Ελλάς εν τάφω».  Όχι!  Αν θέλουμε να είμαστε σωστοί πρέπει να πούμε «Η Ελλάς εν βούρκω».  Και στο βούρκο έρριξαν την Ελλάδα όχι μόνον οι ανάξιοι πολιτικοί αλλά και οι ανάξιοι πνευματικοί ταγοί της.  Αυτοί που δημιούργησαν μια πνευματική ασφυξία στα σχολεία, στα πανεπιστήμια, στα «μίντια» και στην καλοπλασαρισμένη σκουπιδογραφία, έτσι που, όπως λέει στη «Χρονογραφία» του ο Λεόντιος Μαχαιράς, «δέν ξέρουμε ντα συντυχαίνουμε».  Δεν ξέρουμε τι μας γίνεται, quo vadimus, quid facimus(πού πάμε, τι πράττουμε).
Και στο παρελθόν η Ελλάς έπεσε αλλ’ ουδέποτε ξέπεσε.  Γλιστρούσε αλλά δεν παραπατούσε, ούτε παραμιλούσε. Σήμερα μοιάζει με ξεπεσμένο φάντασμα και στο εξωτερικό προβάλλεται σαν χρεοκοπημένος διάβολος.  Κι εμείς –πέρα από την οικονομική λεηλασία- ζούμε σε μια Ελλάδα χωρίς ελληνικότητα.  Αυτοί που –κακή τή τύχη- πήραν στα χέρια τους το άρμα της παιδείας, το οδήγησαν στην άβυσσο της ασυδοσίας και του μηδενισμού.  Λείπει πλέον από τη ζωή μας ο πεπαιδευμένος άνθρωπος.  Ο άνθρωπος με τη βαθειά καλλιέργεια, ο μορφωμένος με την πλήρη του όρου έννοια.  Έγραφε προ 110 και πλέον ετών ο αοίδιμος Παπαδιαμάντης, που πέρσι τιμήσαμε υποτονικά τα 100 χρόνια από το θάνατό του: «Μορφωμένους θέλουμε· όχι εγγραμμάτους». Εγγραμμάτους, δηλαδή πτυχιούχους και πολυπτυχιούχους έχουμε πολλούς· μορφωμένους δεν έχουμε, δηλαδή ανθρώπους με άρτια μορφή.  Έχουμε κλάσματα ανθρώπων που δεν είναι ικανοί να σηκώσουν ούτε το βάρος του παρελθόντος, ούτε τις ευθύνες του παρόντος και πολύ περισσότερο τις ευθύνες του μέλλοντος.  Δεν έχουμε τους κατάλληλους πνευματικούς και πολιτικούς πλοηγούς που θα μας κατευθύνουν προς κάποιον ελπιδοφόρο ορίζοντα.



Η Ελλάς σήμερα –και με τον όρο Ελλάς εννοώ σύμπαντα τον Ελληνισμό- μοιάζει με σκεβρωμένη περγαμηνή, μοιάζει με το δέρμα γερασμένου ελέφαντα.  Η καταιγίδα χτυπά την πόρτα μας σαν κάποιος που θέλει να μπει βίαια μέσα κι εμείς «δειλοί, άβουλοι και μοιραίοι αντάμα προσμένουμε ίσως κάποιο θαύμα», για να επανέλθω στον Βάρναλη.  Η λέξη θαύμα, που ομόρριζό της δεν υπάρχει σε καμιά ευρωπαϊκή γλώσσα, παρότι πιθανώς συγγενεύει με το θεώμαι (=παρατηρώ) και με τη θέα, δεν μας προσφέρει την προσδοκία για θέα ελπίδος. Διότι σήμερα δεν βλέπουμε τίποτε· παρατηρούμε μηδενικά επί μηδενικών, τα οποία δεν προσφέρουν προοπτική μέλλοντος.  Συχνά έχω γράψει και πιο συχνά έχω διδάξει πως, αν θαύματα γίνονταν στο παρελθόν, γιατί να μη γίνουν και στο παρόν;  Ο λόγος είναι απλός: το θαύμα δεν έρχεται ως μάννα από τον ουρανό.  Ο Θεός δεν είναι Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, ούτε έχει τη μεγαθυμία του Στρος Καν και της Μέρκελ να μας χορηγεί δόσεις, όπως η Κίρκη το βελανίδι στους χοιρόμορφους συντρόφους του Οδυσσέα.  Δεν λέω, με τα επιδόματα, με τα προγράμματα, τις επιδοτήσεις και όλα τα «κολπατζίδικα» συναφή «φάγαμε καλά» κατά την Πάγκαλη ρήση, αλλά έτσι εγίναμε Κίρκειοι χοίροι και τρεφόμαστε με βελανίδι.  Πού είναι η παλιά μας αρχοντιά που έκανε τον Κύπριο αγρότη με 10 «τσιρούες» να νιώθει σαν βασιλιάς, όταν σε φιλοξενούσε στο ταπεινό σπιτικό του;  Κάποτε ζούσαμε τον πλούτο της φτώχειας, επί μερικά χρόνια ζήσαμε τη φτώχεια του πλούτου και τώρα το παίζουμε «Άσωτοι υιοί».  Αλλά δεν υπάρχει κανείς στοργικός και συγχωρητικός πατέρας να σφάξει για μας τον «μόσχο τον σιτευτόν».  Θα σφάξει εμάς.  Κι εννοώ ότι όπως τεμαχίστηκε η Κύπρος (αρχόντισσα Κερύνεια και πώς να σε ξεχάσω;) σχεδιάζεται να τεμαχισθεί και ο λοιπός ελλαδικός χώρος.  Ουσιαστικά η Δυτ. Θράκη ανήκει περισσότερο στην Τουρκία και τυπικά ανήκει στην Ελλάδα.  Μέγας αφέντης της περιοχής είναι ο Τούρκος πρόξενος της Κομοτηνής.  Το ίδιο ισχύει και για το νομό Φλωρίνης. Οικονομικά έχει αλυσοδεθεί στα Σκόπια.
Ας μη στρουθοκαμηλίζουμε και ας μην παριστάνουμε τους ξεπεσμένους αγγέλους.  Μας έλειψε η ηρωική στάση ζωής που διέκρινε στις καλές ώρες της την ελληνική φυλή.  Το είχε πει ο Χάιντεγκερ αλλά πράξη το είχαμε κάνει εμείς: για να ζήσει κανείς μια αυθεντική ζωή, αυτό που χρειάζεται είναι η αποφασιστική αντιμετώπιση του θανάτου.  Αυτό είναι που δίνει ζωή στη νιότη.  Σήμερα ποιος είναι περισσότερο ζωντανός στην Κύπρο από το Γρηγόρη Αυξεντίου;  Οι πεθαμένοι ζωντανοί;  Ή μήπως, οι κονιοποιητές της πνευματικής μας παραδόσεως, που έβγαλαν και τον Βασίλη Μιχαηλίδη εθνικιστή Όταν διαβάζω αυτά που γράφονται κι εδώ και στο λοιπό ελληνικό χώρο από τις εθνομηδενιστικές πέννες, άθελα μού έρχεται στο νου το περίφημο ποίημα του Έλιοτ «Οι κούφιοι άνθρωποι».  Αυτοί μας κυβερνούν και διαβουκολούν τη νεολαία μας.  Για να φθάσεις ψηλά, πρέπει να είσαι σήμερα κούφιος πνευματικά και ψυχικά.  Και όχι μόνον κούφιος αλλά και κούφος, δηλαδή επηρμένος και κατά προέκταση αλλοπαρμένος που σημαίνει από άλλους παρμένος, για να μην πω πουλημένος.



Τι είναι σήμερα αυτοί που εκπροσωπούν επίσημα τον Ελληνισμό; Ένα όρθιο λείψανο. Αυτό το όρθιο λείψανο έκανε τον Ελληνισμό να μοιάζει με σπασμένο καθρέφτη.  Πού είναι ο ψυχικός ιμάντας που μας ένωνε παλιά;  Πού είναι η αδελφοσύνη που μας έδενε όταν βγήκαμε στο νησί κρυφά με ψεύτικα ονόματα το 1964 και μετά;  Γιατί καλλιεργείται τόσο μίσος στη Β. Ελλάδα εναντίον της Ν. Ελλάδος;  Μήπως σχεδιάζεται διαμελισμός;  Μήπως η περιβόητη κρίση είναι τεχνητή για να θολώσει ο νους μας και η Ελλάς να διαμελισθεί;  Γιατί προπαγανδίζεται επί δεκαετίες η αυτονομία της Κρήτης;  Ο λόγος είναι απλός: κάποιοι θέλουν να ρουφήξουν για λογαριασμό τους το μαύρο χυμό που έχει ολόγυρά της.
Συνάντησα πριν από καιρό έναν ευπορήσαντα παλαιό μου μαθητή και νυν πολιτικό που θέλησε να με αντιμετωπίσει με ύφος υπεροπτικό. «Τι είσαι συ, ποιος είμαι εγώ». Τον αποστόμωσα μακρυγιαννικώς: «Συ είσαι ένας όρθιος νεκρός· πάει καιρός που έχεις πεθάνει, αλλά δεν το έχεις μάθει».  Εγώ μένω ζωντανός, διότι με τη γραφή και τη διδαχή μου ζω με τους νεκρούς μας.  Σήμερα δυστυχώς στην Ελλάδα – κι από τον όρο αυτό δεν εξαιρώ την Κύπρο- ζωντανούς μπορείς να βρεις μόνο στα νεκροταφεία.  Οι ζωντανοί σας είναι στα «Φυλακισμένα μνήματα» και στη «Μακεδονίτισσα».  Νεκροφιλία ή νεκρολατρία θα πουν τα τσιράκια του εθνομηδενισμού.  Όχι, απαντώ.  Όπως είπε ο μεγάλος Ιω. Συκουτρής που εδίδαξε κι εδώ, πολιτισμός είναι η συναναστροφή με τους νεκρούς.  Η συναναστροφή με το ήθος, το ύφος, το πνεύμα των προγόνων.  Αντίθετα, κάποιοι, παρότι δεν τους έχει γίνει νεκροψία, έχουν από καιρό πάρει το δρόμο προς την κόλαση χωμένοι ως το λαιμό στα ψέματα των ισχυρών.  Ο τόπος μας δεν θα γίνει ποτέ καθαρός, εφόσον θα κατευθύνεται πολιτικά και πνευματικά από τους γόνους των Νενέκων και των Εφιαλτών.
Διάβασα προ ημερών σε μια μεγαλοφυλλάδα των Αθηνών, που υπηρέτησε δουλικά τόσο τις γερμανικές αρχές Κατοχής όσο και το χουντικό καθεστώς, ότι δεν αξίζει να πεθάνει κανείς για ένα πατριωτικό ιδανικό.  Έστειλα μια επιστολή, που φυσικά δεν δημοσιεύτηκε και ο λόγος είναι απλός. Έγραψα:   «Το χειρότερο είναι πως τίποτε δεν αξίζει όταν κανείς ζει χωρίς αυτό.  Και πως ακόμη πιο αισχρό είναι το να ζει κανείς για το νέο ιδανικό, για την καινούργια μεγάλη ιδέα, την έκτη δόση του δανείου.  Εμείς που μέχρι πρόσφατα είμαστε η ψυχή της υφηλίου ζούμε με ξένα ψίχουλα και με δανεική ψυχή
Μας είπαν ψέματα πολλά, μας είπαν ψέματα αισχρά.  Μας είπαν πως μπαίνοντας στην ΕΟΚ και στην Ευρωπαϊκή Ένωση θα γίνουμε Ευρωπαίοι.  Λες και πριν ήμαστε Ασιάτες και Αφρικανοί.  Και τελικά εγίναμε χειρότεροι από αυτούς, όταν μπήκαμε στον ευρωπαϊκό λάκκο των εχιδνών.  Διότι δεν μπήκαμε στην Ευρώπη του Γκαίτε, μπήκαμε στην Ευρώπη του Γκαίμπελς.  Δεν μπήκαμε στην Ευρώπη του Σαίξπηρ, μπήκαμε στην Ευρώπη του Χάρντιγκ που έπνιξε σαν τα τσιχλόπουλα τα Κυπριωτόπουλα.  Δεν με διακρίνει πάθος κανένα κατά των Ευρωπαίων. Διδακτική μου αρχή ήταν μια φράση του Σαίξπηρ: «Μια καλή πράξη σ’ ένα βρόμικο κόσμο».  Αυτό κατά την ταπεινή μου αντίληψη, είναι πηγή ευτυχίας για τη ζωή.  Μετρήστε τις καλές πράξεις των Βρεττανών.  Την εποχή, όπου ο Σαίξπηρ έγραφε αυτά τα υπέροχα, ο σερ Φίλιπ Σίντνεϋ, που είχε τη φήμη του τελειότερου ιππότη και που συνέθετε σαν άγγελος ποίηση και μουσική μαζί με τον σερ Γουώλτερ Ράλεϋ, μάζευαν κάμποσους Ιρλανδούς σε κάποιο βολικό μέρος και τους κατακρεουργούσαν σαν σφαχτάρια.
Είμαι υποχρεωμένος να τα πω αυτά διότι φοβάμαι τον κακό καιρό.  Και δεν το εννοώ κλιματολογικώς.  Εδώ που καταντήσαμε, βρισκόμαστε σε συνθήκες πολέμου.  Τίθεται πλέον θέμα εθνικής –και όχι μόνον- επιβιώσεως. Μαζί με τις ναρκωτικές ιδέες η νεολαία μας πλήττεται και από τις ναρκωτικές ουσίες.  «Μαστουρωμένη» χορεύει ένα νέο χορό του Ζαλόγγου που δεν έχει τίποτε ηρωικό.  Ό, τι έχει είναι ταπεινωτικό και εξευτελιστικό.  Κάποτε ακούγαμε από τα στόματα των νέων την Ιψενική κραυγή:  «Δώσ’ τε μου ένα ζευγάρι, μεταχειρισμένα –έστω- ιδανικά».  Τώρα ακούμε: «Δώσ’ τε μου ένα δεκάευρο για να πάρω τη δόση μου».  Τα παιδιά, της Ελλάδος παιδιά, που τραγούδησε κάποτε η Βέμπο, αγοράζουν το θάνατό τους.  Και μαζί τους πεθαίνει και η έννοια Ελλάς.  Την πιο βαθειά πληγή της ζωής μου εισέπραξα πέρσι (2011) όταν σ’ έναν τοίχο των Εξαρχείων διάβασα ένα γκράφιτι: «Έλληνας δεν γεννιέσαι, ούτε γίνεσαι· καταντάς» !
Δεν λέω, καλές είναι οι προοδευτικές ιδέες, οι τολμηρές και οι καινοτόμες αντιλήψεις, οι νέες θεωρίες αλλά πρέπει τουλάχιστον να μείνεις ζωντανός για να τις εφαρμόσεις.  Σήμερα, καθώς περνώ από τα κέντρα όπου προσφέρεται η μεθαδόνη ή από κάποια σημεία –πολύ κεντρικά- των Αθηνών και του Πειραιά, θαρρώ πως βλέπω τον «Χορό των Σκελετών» που ζωγράφισε ο μεσαιωνικός ζωγράφος Macaber, από το όνομα του οποίου βγήκε η λέξη μακάβριος. Δεν θα προσθέσω τίποτε καινούργιο. Το έχω γράψει σε βιβλία μου διδακτικά που εκδόθηκαν προ 35ετίας.  Πρόκειται για μια κουβέντα που είχε πει ένας μεγαλέμπορος ναρκωτικών από τη Μασσαλία:  «Η πολιτική πρέπει να συνεργασθεί με τη χημεία».  Και τώρα συνεργάζονται με θαυμαστή αρμονία, με θαυμαστά αποτελέσματα και – το κυριότερο- με θαυμαστά κέρδη.  Έκαναν τη νεολαία ανίκανη ακόμη και για να επαναστατήσει.  Αυτά που γίνονται επί μία τριετία στην Αθήνα δεν είναι επαναστατικές εκρήξεις· είναι προοίμιο ενός νέου εμφυλίου σπαραγμού.  Η κρίση, οικονομική και διανοητική – έφερε την ακρισία, έφερε το φθόνο και την κακία, με αποτέλεσμα ο ένας Έλληνας να μισεί τον άλλο- κι όχι πια για λόγους ιδεολογίας. Βρισκόμαστε σε τέλεια σύγχυση.  Είμαστε σαν τον ναυαγό τη νύχτα που αντί να κολυμπά προς την ξηρά κατευθύνεται απυξίδωτος προς τα βαθύτερα νερά.
Δεν λέω πως είμαστε αβοήθητοι στον παρόντα καιρό.  Δεν έχει περάσει χρόνος πολύς που δύο Γάλλοι καθηγητές του πανεπιστημίου του Μετς, οι Τιερί Φορμέ και Μαρτέν Στεφένς, έγραψαν στην εφημερίδα «Φιγκαρό» τα ακολουθα συγκινητικά:  «Μιλάμε διαρκώς για το ελληνικό χρέος.  Χωρίς να επισημάνουμε ότι η Ευρώπη είναι αυτή που εδώ και 2.500 χρόνια έχει ένα χρέος προς την Ελλάδα.  Ένα χρέος αιώνιο, αφού αφορά τα θεμέλιά της».  Αυτό που δεν κατανοούν ίσως οι Γάλλοι καθηγητές είναι πως αυτά τα θεμέλια θέλουν να υπονομεύσουν αυτοί που ξεθεμέλιωσαν πρώτα πνευματικά και μετά οικονομικά με τα κάθε λογής «τσιράκια» τους την Ελλάδα.  Δεν πρέπει οι Ευρωπαίοι του αύριο να έχουν ως ηθικό και πνευματικό πρότυπο τον Έλληνα άνθρωπο, αλλά τον κοντινό πρόγονό τους, τον Βάνδαλο άνθρωπο. Κι αυτός ο Βανδαλισμός, ως επαναστατική πράξη, εισάγεται και στην Ελλάδα.
Δεν θα πω ότι οι Ευρωπαίοι πολιτικοί ταγοί, αφού, χρόνια τώρα ο Ελληνισμός πολιτεύεται σε έγκλιση υποτακτική, δεν είναι απέναντί μας ανεκτικοί.  Ούτε θα πω ότι δεν μας προσέφεραν στη συμφορά μας «τσάι και συμπάθεια».  Θα πω απλώς ότι οι εκδηλώσεις συμπαθείας των εταίρων μας μοιάζουν με προσευχή χιτλερικού βασανιστή.  Θα προσθέσω όμως ότι την αφορμή τη δώσαμε εμείς.  Την οικτρή κατάσταση που δημιουργήσαμε την έχει περιγράψει με ενάργεια από το 2ο μ.Χ. αιώνα ο Λουκιανός με το έργο του «Μένιππος ή Νεκυομαντεία».  Όταν ο κυνικός φιλόσοφος Μένιππος κατέρχεται στον κάτω κόσμο, ερωτάται από κάποιον Φιλωνίδη, τι γίνεται στον επάνω κόσμο. Κι ο Μένιππος με τέσσερις λέξεις εικονογραφεί τους τότε ανθρώπους και τους νυν: «Αρπάζουσιν, επιορκούσι, τοκογλυφούσιν, οβολοστατούσιν».
Μετά τη ζοφερή εικόνα που σας έδωσα, εύλογα κανείς μπορεί να αναρωτηθεί αμλετικά: «Να ζει κανείς ή να μη ζει».  Θα απαντήσω: να ζει, αλλά να ζει ελληνικά.  Δηλαδή ηρωικά.  Πρέπει και πάλι να πιστέψουμε στον εαυτό μας, πρέπει και πάλι να πιστέψουμε στο παρελθόν μας, πρέπει και πάλι να πιστέψουμε στην ιδέα του έθνους.  Η πίστη στο έθνος μας στην κρίσιμη τούτη καμπή είναι ανάγκη ζωής.  Όχι, όμως, καπηλεία του έθνους, όπως έγινε συχνά στο παρελθόν.  Το έθνος ως προσφορά θυσίας θα φέρει την αυριανή σωτηρία.  Όπως έγραψε τότε που μπαίναμε στην ΕΟΚ ένα από τα πιο φωτεινά ελληνικά μυαλά, ο Πάνος Καραβίας, «για να γίνει το έθνος παλμός καρδιάς, ένα με το αίμα της νιότης μας, πρέπει πρώτα η νιότη μας (Σημ. Σ.Ι.Κ. εννοεί τη νεολαία) να πάει συνείδηση, να πεισθεί πως το έθνος και το εγώ είναι, για τον Έλληνα, έννοιες που δένονται η μια με την άλλη, και πως υπηρετώντας το έθνος πλαταίνεις οικουμενικά και πλουτίζεις σε βάθος το εγώ σου, δίνεις ομορφιά στη ζωή σου και γιομίζεις αγάπη για τον άνθρωπο.  Κι εμείς οι Έλληνες είχαμε πάντα τόσο δυνατό το αίσθημα του έθνους, που το ταυτίσαμε με τη θρησκεία και τη φυλή μας – πράγμα σπάνιο, σπανιότατο, αν όχι άγνωστο σ’ άλλα έθνη- σε μια τρισυπόστατη φλόγα».
Θεωρώ επιτακτικό, διότι, κατά τον Θουκυδίδη, «ο καιροί ου μενετοί», να ξαναγυρίσουμε στον ελληνισμό μας, στις αξίες που μας έθρεψαν αιώνες τώρα επί ζωής.  Η ιστορική μας μοίρα είναι συνυφασμένη με τη γεωγραφική μας θέση, στο σταυροδρόμι τριών ηπείρων, ανάμεσα σε αλληλοσυγκρουόμενους και αρπακτικούς ιμπεριαλισμούς.  Κάποτε μας ήθελαν για τη γεωπολιτική μας θέση.  Τώρα μας θέλουν διότι στην απέραντη θαλάσσια έκτασή μας υπάρχουν πλήθη θησαυρών.  Οι κάθε λογής Αλή Μπαμπάδες με τους 40 κλέφτες τους κτυπούν την πόρτα μας.  Ας μην την ανοίξουμε ακούγοντας τη φράση «σουσάμι άνοιξε».  Διότι ίσως ανοίξουμε για μια ακόμη φορά τον ασκό του Αιόλου.
Δεν θα πω ότι έλειψε ποτέ η αγάπη για την Ελλάδα.  Αλλά οι τωρινοί των μεγάλων δυνάμεων πολιτικοί, καθότι λεπτοστόμαχοι, αγαπούν την Ελλάδα, όπως αγαπά ο καννίβαλος το θύμα του με ...σάλτσα!  Ας πάψουμε κάποτε να είμαστε, όπως λέει ο Σολωμός, ένας λαός «πάντοτε ευκολόπιστος και πάντα προδομένος».   Το 1945 ο φίλος και συμπατριώτης μου ποιητής Νικηφόρος Βρεττάκος είχε γράψει:
«Μή γελαστετε απ’ τόν καημό σας καί σας πάρει ο ύπνος γιατί καινούργια σύννεφα πλακώσαν τήν πατρίδα! Μαύρα στριφτοπλεγμένα σύννεφα κρέμωνται σάν μολύβια πάνω απ’ τά σπίτια μας, πάνω απ’ τούς τάφους των παιδιών μας !



Σε λίγο άρχισε ο «βροτολοιγός», ο «οκρυόεις πιδήμιος πόλεμος», όπως τον λέει ο Όμηρος.  Κι έτσι δεν μοιραστήκαμε μαζί τη νίκη, όπως μας είχε υποσχεθεί ασύστολα ψευδόμενος ο Τσώρτσιλ, όταν χρειαζόταν το αίμα μας.  Και μετά ήλθαν προστάτες οι Αμερικάνοι που άπλωσαν την προστατευτική τους αιγίδα ως την ακρότατη ελληνική θαλάσσια έπαλξη, τη μεγαλόνησο Κύπρο.  Τότε είναι που ο δικός σας σπουδαίος ποιητής, ο Θεοδόσης Πιερίδης, έγραψε, ήταν θυμάμαι το έτος 1956, την «Κυπριακή Συμφωνία».  Συχνά το έχω πει: δεν πιστεύω στις αλήθειες των πολιτικών· πιστεύω στις αλήθειες των ποιητών.  Οι αλήθειες των πολιτικών είναι φτερά στον άνεμο.  Οι αλήθειες των ποιητών είναι τα «ριζιμιά χαράκια» των λαών.  Ας ακούσουμε λοιπόν τέσσερις στίχους του Θεοδόση Πιερίδη:
«Στης Μεσόγειος τί θέτε τή γλυκιά γαλανάδα;  μες εμαστε Κύπρος, μες εμαστε λλάδα!
θεν ήρθατε πάτε, φοβεροί μερικάνοι,  η πατρίδα σας εναι κάπου αλλού - καί σας φτάνει»!
Αμ δεν τους φτάνει!  Γι’ αυτό ένα νέο αμερικανικό imperium δημιουργείται στη Μεσόγειο, το Μαγκρέμπ φλέγεται, η Συρία φλέγεται, το Ιράν τελεί υπό απειλή, το Ιράκ ποτίζεται καθημερινά μα αίμα, η Τουρκία αιματορροεί, η Ελλάς φυλλορροεί.  Τι χρειάζεται τούτη τη στιγμή ο Ελληνισμός;  Έναν εθνικό συναγερμό που νε ενώνει σε μια αμφικτιονία αγάπης και αλληλεγγύης τους Έλληνες όλης της γης.  Και τότε όχι μόνο θα βγούμε από τα οικονομικά αδιέξοδα, θα βγούμε και από την ηθική ασφυξία, από την πνευματική υπνηλία.  Όχι, ο Ελληνισμός δεν βρίσκεται εν ναρκώσει, όπως λένε μερικοί· βρίσκεται απλώς εν υπνώσει. Καιρός να αφυπνιστούμε, να εργαστούμε και να προμηθευθούμε νερό πολύ, διότι όπως λέγει προφητικά άλλος ποιητής, ο Μιχάλης Κατσαρός, «το μέλλον θα έχει πολλή ξηρασία».  Αν όμως είμαστε Προμηθείς και όχι Επιμηθείς, μπορούμε να κάνουμε το μέλλον των παιδιών μας πολύ δροσερό, πολύ φωτεινό.

Σας Ευχαριστώ
.
Σαράντος Ι.Καργάκος