Τετάρτη 11 Απριλίου 2012

"Τ'ανεργου το ΠΑΣΧΑ"...


...Ξύπνησε, μα είναι βαρειά τα βλέφαρα. Τα μάτια του δεν λεν ν'ανοίξουν. Δε μπορεί να μην το δεί και να μή το νοιώσει.Εγινε αλλοιώτικος ο Ευγένης .Πέντε μήνες χωρίς δουλειά κατάφεραν και του άλλαξαν ολότελα το χαρακτήρα.Θυμήσου τί καλά ήταν προτύτερτα. Ξύπναγε γύρω στις εφτά. Με σβελτάδα πεταγόταν πάνω. Πλυνόταν ,χτενιζόταν,ετοίμαζε το ζεστό του στο καμινέτο και κάνοντας τον σταυρό του ξεκίναγε για το μεγάλο κατάστημα στην Αιόλου. 




Εμποροϋπάλληλος.Δε μπορείς να την πεις άσχημη δουλειά.Ερχονται οι πελάτες όλος καλός κόσμος και σου μιλάνε και τους μιλάς με τα > και με το > .Συνέχεια τους χαμογελάς, τους βομβαρδίζεις με τα εμπορικά σου λόγια και τους καταφέρνεις να πάρουν το πουκάμισο σε ταιριαστό χρώμα με το κουστούμι τους τελευταία λέξη της μόδας, γερό μαλακό,να μή τσαλακώνει, να μη ξεβάφει, ν'αναπαυει πάνω του το μάτι....Ο πελάτης φεύγει υποχρεωμένος σου λεει με γεμάτο το στόμα ευχαριστώ που τον εξυπηρέτησες κι αφήνει στη θέση του τον άλλο ,που κι αυτόν θα πρέπει να τον πείσεις και να τον ικανοποιήσεις.

Σαν φθάσει το βράδυ, όσο κι αν σε κούρασε η ορθοστασία, έχεις ένα αέρα στο φέρσιμο και μπορείς να κοιτάς με καύχησι στα μάτια τον καταστηματάρχη.Για κοίτα τί εισπράξεις έχει σήμερα το τμήμα μου.!! Και ξέρεις το πρόσεξες ? δεν άφησα κανένα να μου ξεφύγει. Πάλαιψα μ΄όλα τα γούστα και τις ιδιοτροπίες και νίκησα.Ασ μην ήταν και πολύ εντάξει το μαγαζί ,ας έλειπαν ποιότητες και χρώματα ,εγώ νίκησα .Ετσι λές την καληνύχτα στους συναδέλφους και στάφεντικό και ξεκινάς ικανοποιημένος. Κάνεις την βόλτα σου ως το Σύνταγμα και βλέπεις τον κόσμο,τον καλό κόσμο της Αθήνας, περνάς πλάι του ολόθρος ,όμοιός του κομψός καλοντυμένος κι ούτε περνάει από το νου κανενός ότι κρατάς από χωριό κι ότι παιδί έσκαβες χωράφια ...

Σε παιρνούν για επιχειρηματία ή και επιστήμονα. Δεν είναι λίγο αυτό ε? ..Το μάτι σου ύστερα χορταίνει από τούτα τα φώτα που κάνουν εξωτικό το τόπο! Φώτα πράσινα, πορτοκαλιά, ρόζ γαλάζια κόκκινα. Με άνεση μπαίνεις και σένα κέντρο να πιεις μίαν αφρισμένη που κάκει "καλό".Καταλαβαίνεις? αυτό θα πέι πολιτεία!!



Τρίβει κάμποση ώρα τα μάτια. Τα ανοίγει. Κυττάει το μικρό ξυπνητήρι πανω στο τραπεζακι.Οκτω και μισή.Τινάζεται.Σήμερα πρέπει να πάει να πάρει το δώρο του από το ταμείο ανεργίας.Ετοιμάζεται γρήγορα. Πρίν ξεκινήσει πίχνει μια ματία γύρω του...Στο κρεβάτι σεντόνια , νυχτικά, κουβέρτες, μαξιλάρι, κουβαριασμένα διπλωμένα ,τον θωράνε ειρωνικά.Στο τραπέζι, 2 παλιοεφημερίδες μόλις αφήνουν να φαίνεται το καμινετο που 'χει γύρει κι από μέρες παραπονιέται οτι δεν έχει οινόπνευμα.Στη μοναδική καρέκλα ,από τη μεριά κρέμεται το παλιό παντελόνι π'αγγίζει τ'ασκούπιστα πλακάκια απ'την άλλη στραπατσαρισμένο το σακκάκι.Στη γωνιά πεταμένα τ'άπλυτα δυο εβδομάδων.
ΑΪ. και νάταν κάπου κρυμμένη να βλεπε όλα τούτα η κυρά -Νίκη,η μάννα του.!!..Κατεβαίνει πηδηχτά τη στενή σιδερένια σκάλα.Ούτε θυμήθηκε να χαιρετήσει τη μισοσκότεινη σοφίτα του...Κάπου εκεί κοντά στο Πολυτεχνείο λεει πρέπει να βρεθεί...

Εφθασε λαχανιασμένος.Αλλοίμονό του ,τί κόσμος είναι αυτός !!!Χιλιάδες , μυρμήγκια.Ακούει κάποιον μπροστά του να υποστηρίζει πως αν τελειώσουν ως τις τρείς πρέπει να ναι ευχαριστημένοι.!! Ως τις τρείς?? Κι είναι και νηστηκός ειναι κ στεναχωρημένος .Ως τις τρείς...!!!
... Περιμένει.Δε μένει τελευταίος.Πίσω του φθάνουν κι άλλοι.Κι άλλοι.Κουράζεται να κοιτάει πρόσωπα αχνά.Είναι γέροι ,ειναι παιδιά, είναι γυναίκες.όλος αυτός ο λαός άνεργοι,είναι πεινασμένοι. Όλοι περιμένουν ξεροκάμματο ,για να κάνουν Πάσχα. Σφίγγει τα δόντια του και δε μιλάει.Καταπίνει την πίκρα του ο ΕΥΓΕΝΗς.Ενας πλάϊ του κόβει στη μέση ένα τσιγάρο και ζητάει φωτιά ν'ανάψει.Ο νεαρούτσικος μπροστά του ίδρωσε ..ειναι κι αυτός ο ήλιος ..της Άνοιξης ..τί σχημα οξύμορο ..θα πρεπε να ειναι χαρουμενος που ηρθε η Άνοιξη ..αλλα...

--Καλά να πάθω μουρμουρίζει μια κοπέλα πίσω του.Τί ήθελα εγώ ν'αφήσω το χωριό μου που χα του Θεού τα καλά? Μάρεσε η Αθηνα, καλά να παθαίνω. Γύρισε και κοίταξε τη νέα . Ήταν ενα κοριτσάκι χλωμό με ξάσπρουλα χείλη, με βαθουλωμένα ματια.Τ'είχε και μίλησε πάλι ??...Παει σφηνώθηκε για τα καλά ο λόγος της στο μυαλό του.""Καλά να τα παθαίνω.."" Στέκει μαζεμένος με τα χέρια στις τσέπες του σακακιού ..γιατί κανει κρυο ...ξαφνικά.Μακάρι να μπορούσε να κλείσει τ'αυτιά.Δε θέλει να βλέπει , δε θέλει να ακούσει ο Ευγένης. Θέλει να φύγει μακρυά από τούτη την ανθρωποθαλασσιά που βουρή τον κυκλώνει.Θέλει...Μα να, τον αρπαζουνε της μνήνης τα φτερά.

--Καλά να τα παθαίνω...Τί ηθελα εγώ να αφήσω το χωριό μου?? 




Τ ο χωριό μου...Ο Ευγένης γεννήθηκε Ο Ευγένης μεγάλγωσε σε χωριό ,στο χωριό του. Α, το χωριό του!!!!! ....Φτωχό ,ξενητεμένο παιδί ,προγόνι της Αθηνας....Μιλάει η φαντασία του, κοίτα φθάσαμε.Το βλέπεις? Το γνωρίζεις? Είναι το σπίτι σου. Εδώ που έπειζες παιδάκι.!! ...Να η μυγδαλιά η συκιά, η κερασιά.Να το βουνό σου με τις ελιές. Τα βλέπεις??...Εδώ ναι αμετακίνητη, σεβαστή πάντα, η "στενόμακρη σταχτόμαυρη εκκλησία" κληρονομιά των ανθρώπων του εικοσιένα.Πιό δώθε το σπίτι ψηλό του παπα-Βαγγέλη. Με τον παπα είχες φιλίες Ευγένη .Το θυμάσαι? Μικρό-μικρό σ'έμπασε στα άγια των Αγίων. Σ'έντυνε παπαδάκι, σ'εβαζε να διαβάζεις το ψαλτήρι να κόβεις τάντίδωρο, να ετοιμάζεις θυμιατό....Αργότερα σέστειλε στο ψαλτικό να βοηθάς τον Στέφο τον ψάλτη. Και το Πάσχα....Κάθε χρόνο το Πάσχα πηγαίνατε και ανοίγατε μαζί σύ κι ο παπάς την εκκλησιά σας. Όχι λάθος πάντα σας περίμενε στην πόρτα κι η θεία Γιανναινα, που άναβε τα καντήλια..Επειτα η γλυκεια μεταλλική φωνή του Ευγένη θα γέμιζε τον ιερό  Ναό."Επεσκέψατο το υμμάς εξ'ύψους ο Σωτήρ ημών.." "Τη Υπερμάχω στρατηγώ τα νικητήρια..." Τί όμορφα ,τί αξέχαστα ψάλματα!!!



Η ώρα του Ευγενη όμως ήταν εκείνη ,που γλυκοκέλαδο πουλί θα τραγουδούσε τον Απόστολο. Ηταν μικρός ο Απόστολος και τον ήξερε απ'εξω ο Ευγένης.Κοινονουσαν όλοι στην οικογενεια Μέγα Σαββατο..Χριστος Ανέστη!! . Τι καλοί ευτυχισμένοι χαρουμενοι καιροί!!Τ κάθε τι στο χωριό σου Ευγένη ήταν σημάδι ψυχικής απλότητας και χαράς.
Κι όμως τ'αρνήθηκε το χωριό του ο Ευγένης. Γιατί? Στην αρχή όταν με τους ρευματισμούς του ο πατέρας τον σταμάτησε απο το Γυμνάσιο δυσκολεύτηκε. Ξέρει τί θα πει άμαθο παιδί να βγεί στο κάμπο να πιάσει στα χέρια τ'αλέτρι και το τσαπί.!! Ετρεχε ο ιδρωτας .πιάνοντας το κορμί, έπεφτε στο κρεβάτι με την ιδέα πως θα χε τη δύναμη να ξανασηκωθεί.Όμως την άλλη μέρα ξανά θα γευόταν το μόχθο της αγροτικής ζωής.Αυτό στην αρχή.Γιατί  έπειτα συνήθισε.Γρήγορα τον αναγνώρισαν τα χωράφια, τον αγάπησαν τα σπαρτά, έγιναν φίλοι του τα δέντρα κι όλα τους πρόθυμα κι ακουραστα δούλευαν γι'αυτόν και του έδιναν πλούσιο καρπό. Τα θυμάσαι όλα αυτά Ευγένη?? Όλα πήγαιναν καλά.Παντρέψε μικρή-μικρή την αδελφή του κι έμεινε δική του η καλή τους περιουσία. Δικό του το χαμηλό μα ευρύχωρο και περιποιημένο σπίτι, δικιά του η αποθήκη με τα κρασιά ,το λάδι, το γέννημα. Δικά του τα ποτιστικά χωράφια και το περιβόλι πλάι στον μυλαυλακο!!Όλα δικά του. Όμως τον γελασαν τα δυο χωριανάκια που ανέβηκαν στην Αθήνα.Ερχονταν καλοντυμένα τα καλοκαιρια , άσπρα-ασπρα με μαλακά χέρια με τρόπους..πολιτισμένους!! Κοίτα σκεφτόνταν τί κατάφεραν τουτοι.Κοίτα κι ήσαν φτωχότεροι του, και δεν ήξεραν και τα δικά του γράμματα....Κοίτα...Τον πλευρισαν εκείνο το καιρό οι φίλοι.

Ευγένη με τ'όσα γράμματα, με τόση περιουσία, να χώνεσαι στη λάσπη, να σε ψήνει ο ήλιος, να σε δέρνουν οι αγέρηδες, να σε μουσκεύει η βροχή...ΚαΗμένε Ευγένιε έλα μαζί μας στην όμορφη Αθήνα....Πούλησέτα κι έλα να γίνεις άνθρωπος έλα....

Τον έπεισαν οι φίλοι. Όμως δε βιάστηκε .Θα πήγαινε με σχέδιο.Άφησε να γυρίσω πρώτα από το στρατό σκεφτόταν και θα τα κονονίσω μια χαρά.Και τα κανόνισε. Όταν πήρε το απολύτηριο του στρατού ούτε γύρισε να δεί τους γονιούς του στο χωριό. Αμέσως έπιασε δουλειά στο εμπορικό του συγχωριανού του.Ήταν ενθουσιασμένος απο την καινούργια του ζωή.έτρωγε καλά.Ντυνόταν καλά.Έκανε την Κυριακή όμορφες εκδρομούλες.Τώρα θα πεις δεν έλειψαν και οι δυσκολίες...Τ'αφεντικά του χωριού τον ήθελαν δούλο...Τ'οχτάωρο της δουλειάς κατάφεραν να του κάνουν 12ωρο .Και καθε φορά του πέταγαν ότι ήταν και ο ευεργετες του...!!!! Τού δωσαν λέει δουλειά στο μαγαζί τους ενώ δεν είχε ιδέα από εμπόριο τον απάλλαξαν απο την αξίνα.Δεν του άρεσαν καθόλου αυτά.Εκανε όμως υπομονή σχεδόν 2 χρόνια Όταν έμαθε καλά τη δουλειά τραβηξε γι άλλο μαγαζί. Εμεινε δω να ζει ξένοιαστα άλλα δυο χρόνια. Μα μια μέρα πήραν κάποιον δικότους τα νέα αφεντικά και τον απέλυσαν ...!!Ευτχώς για ένα εξαμηνο ακουμπούσε στο ταμείο ανεργίας αν και με είκοσι δραχμές την ημερα δε ζείς.Θέλεις, βλέπεις , νοίκι , φαϊ ...έφαγε τον τόπο να βρει δουλειά μα τίποτε .Χτύπησε του κόσμου τις πόρτες. Μα μόνο υποσχέσεις είσπραττε ,πολλές υποσχέσεις. Ετσι κοντεύει να συμπληρωθεί σωστός χρόνος ανεργίας. Σε αυτό το διάστημα καταπιάστηκε με κάτι ψευτοδουλίτσες ,πήγαινε και εργάτης όπου τύχαινε. Και τώρα στερνή του ελπίδα τούτο το δώρο. Η ψυχλη του αγανακτεί.Τί θια κάμει έπειτα? Τ αβάζει με τους γέρους του. Τους έκαμε χρυσούς να τα πουλήσουν στο χωριό να ρθουν να μείνουν μαζί του ν'ανοίξουν μαγαζί να κάνει σπίτι. Μα εκείνοι είναι πεισματάρηδες .Πού να υποχωρήσουν.

 !!! Πατέρας και μάνα τα ίδια γράφουν. "" Ευγένη μας βασανίζεις παιδί μου Δεν το χωράει ο νους μας από αφεντικό , που ήσουνα να γίνεις υπηρέτης. Το έχουμε μεγάλη ντροπή να γυρίζεις τελευταία χωρίς δουλειά ξενος κι έρμος σε ξένο τόπο Ελα στα συγκαλά σου Ευγένιε και γύρισε στο σπιτάκι σου .Ελα στους γονιούς σου παιδάκι μου, κοντα. Γιατί μη φανταστείς ποτέ, πως εμείς θα πουλήσουμε μιας σπιθαμής γης .Βγάλετο αυτό από το μυαλό σου. Σαν πεθάνουμε..."""

(Μ.Φ.)


καλό Πάσχα!!



Πέμπτη 29 Μαρτίου 2012

Φόβοι… φόβοι… φόβοι…

Τρομερό είναι το δράμα του σύγχρονου ανθρώπου.
Αν και οι ανέσεις του πολιτισμού μας θα έπρεπε να έχουν απαλλάξει τη σκέψη του από ανησυχίες και φόβους, μπορούμε να πούμε, πως το ακριβώς αντίθετο συμβαίνει.
Η ζωή του είναι κατάμεστη από κάθε είδους φόβους, που δηλητηριάζουν τις μέρες του και τις νύχτες του, κάνοντάς τον δυστυχισμένο.





Είναι τρομερή η κατάσταση του ανθρώπου, που τον δέρνουν οι φόβοι.
Φόβοι για την υγεία μας, και κάθε πονάκι μεταβάλλεται σε εφιάλτη.
Φόβος για την πολιτική κατάσταση και τις διεθνείς εξελίξεις.



Φόβοι για τις σπουδές των παιδιών.
                   Φόβοι από την εργασία για την προαγωγή.
                                              Φόβοι μη χάσουμε την κληρονομιά.
Φόβοι…       φόβοι…      φόβοι…

Και ο άνθρωπος αυτός δέρνεται μέσα στους φόβους του, τα νεύρα του σπάνε και πολλές φορές τα καταπραϋντικά δεν φτάνουν και χρειάζεται ψυχίατρος.
Γιατί κάθε μέρα να φαρμακωνόμαστε από τόσους φόβους;
Ποιος φταίει;

Δεν μπορεί ο άνθρωπος να κάνει αλλιώς και καλά κάνει και φοβάται, εφόσον δεν έχει Θεό και μόνος του προσπαθεί.
 Είναι η αμοιβή της απιστίας του.

Τα πράγματα τελείως αλλάζουν από τη στιγμή που ο άνθρωπος θα γνωρίσει την αγάπη του Θεού και θα εμπιστευθεί απόλυτα σ’ Αυτόν.
Τότε τα πάντα αναλαμβάνει ο Θεός και ο άνθρωπος ελεύθερος μπορεί να αναπαύεται στη γεμάτη στοργή αγκαλιά του Θεού.
Τότε θα μπορεί να πει μαζί με τον Δαβίδ:
«Εκ πάντων των φόβων μου με ηλευθέρωσε» .

Είναι μια τόσο θαυμαστή εμπειρία, που πρέπει να τη γνωρίσει κάθε μια ψυχή.
Είναι τόσο απλό και τόσο εύκολο.
Διαφορετικά, μέχρι να φύγουμε από τον κόσμο, θα μας μαστίζουν οι φόβοι και προπαντός ο φόβος του θανάτου και της κρίσης.




από το αγαπημένο μου blog :otheosagapiesti.blogspot.com

Τετάρτη 28 Μαρτίου 2012

Η ΑΓΑΠΗ ΘΕΛΕΙ ΚΟΠΟ ...

Δεν είναι όμως εύκολο πράγμα η αγάπη.


Θέλει κόπο και θυσία.
Θέλει αγωνία για τον άλλο, φροντίδα, ενδιαφέρον, 


ανησυχία. Θα τρέξεις, θα χάσεις ώρες από την 


ανάπαυση σου, θα θυσιάσεις το χουζούρι σου, εάν 


θέλεις να είσαι άνθρωπος αγάπης. 


Θα κάνεις πολλές φορές όχι εκείνο που σου αρέσει και 


σε ευχαριστεί, αλλ' αυτό που ωφελεί τους άλλους.



Το να σταθείς δίπλα σε κάποιον, που έχει ανάγκη της 


συντροφιάς σου, θέλει κόπο και θυσία.


 Το να καταβάλεις προσπάθεια να φέρεις στο δρόμο 


του Θεού κάποιον παραστρατημένο, θέλει πολύ κόπο 


και αρκετό πνεύμα θυσίας. 


Το να ανεχθείς ένα δύστροπο, ένα κακότροπο, και να 


φανείς άνθρωπος αγάπης, θέλει αρκετό κόπο και 


πολλή θυσία.


Το να τρέξεις να εξυπηρέτησης κάποιον, να 


ανεβοκατεβείς μαζί του σκάλες, να παρακαλέσεις και 


να υποχρεωθείς, θέλει ικανό κόπο και θυσία.


Το να προσφέρεις απλόχερα από τα δικά σου, θέλει 


ιδιαίτερη θυσία.



Κάθε προσφορά απαιτεί κόπο και θυσία. 

Και η αγάπη είναι μια συνεχής προσφορά, και πράξη 

θυσίας.«Η μεγαλύτερη δυστυχία είναι να μην είμεθα 

χρήσιμοι σε κανέναν», λέγει ο Ραούλ Φολλερώ. 



Do you love me? - Sharif Dean 




Do you love me?
I love you, more than words can say










Effagit mortem quisquis contempserit (CURTIUS)

"Ξεφεύγει από τον θάνατο όποιος τον περιφρονεί" (CURTIUS)



Είναι γνωστό καμιά ατομική επιδίωξη δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί αν δεν υπάρχει το κατάλληλο ψυχικό υπόστρωμα πάνω στις οποίες θα βασιστούν οι προσπάθειές μας ...το θάρρος !
Η ζωή τελικά δεν είναι να διαβαίνεις κάμπους ...πολλές οι δυσκολίες και αξεπέραστα τα εμπόδια που συναντάμε στην πορεία μας !
Οι αρετές πολλές που διαθέτει ο άνθρωπος για την αντιμετώπιση ολων των δυσκολιών ..αλλά το πολυτιμότερο κόσμημα της ψυχής μας είναι το θάρρος.
Μόνο το κακό αναπτύσσεται αφεαυτού, αλλά για την 

καλοσύνη χρειαζόμαστε προσπάθεια και θάρρος !!



********************************************

Παρασκευή 9 Μαρτίου 2012

Δικαιοσύνη: με δεμένα μάτια και με μια ζυγαριά στο χέρι.

Κάποια μέρα συναντήθηκαν η Δικαιοσύνη και η Αδικία κι άρχισαν να καβγαδίζουν για το πώς είναι καλύτερα να ζουν οι άνθρωποι, με την δικαιοσύνη ή με την αδικία; Η Αδικία υποστήριζε με πάθος ότι είναι καλύτερα να ζει ο κόσμος με την αδικία, ενώ η Δικαιοσύνη έλεγε πως δεν υπάρχει καλύτερο σύστημα από εκείνο όπου επικρατεί ο νόμος της δικαιοσύνης. Λογομάχησαν, είπε η καθεμία  τα δικά της, χωρίς τελικά ούτε η Δικαιοσύνη ούτε η Αδικία να αλλάξουν γνώμη.
Κάποια στιγμή η Αδικία στρέφεται στη Δικαιοσύνη και της προτείνει:
-Αφού δε συμφωνείς μ΄ αυτά που σου λέω, δεν πάμε καλύτερα να κρίνει ένας σοφός γέροντας;
-Πάμε, απάντησε η Δικαιοσύνη.
Πήραν το δρόμο και πήγαν και βρήκαν το σοφό γέροντα.
-Θέλουμε να μας λύσεις μια διαφορά, του λέει η Αδικία. Πως είναι καλύτερα να ζουν οι άνθρωποι, με την αδικία ή με την δικαιοσύνη;
-Τι ποσό βάλατε για στοίχημα, ρώτησε ο σοφός γέροντας.
-Εκατό ρούβλια, απάντησαν κι οι δυο μ΄ ένα στόμα.
-Λοιπόν, Δικαιοσύνη, λέει τότε ο σοφός γέροντας, πρέπει να ξέρεις πως έχασες το στοίχημα. Σήμερα ζεις καλύτερα με την αδικία!
Η Δικαιοσύνη έβγαλε από την τσέπη της εκατό ρούβλια και τα έδωσε στην Αδικία, λέγοντας πως δεν την έπεισε ο σοφός γέροντας και εξακολουθεί να υποστηρίζει ότι είναι καλύτερα να ζει κανείς σε συνθήκες δικαιοσύνης.
-Αφού δεν πείστηκες, λέει η Αδικία, έλα να πάμε στο δικαστή. Αν κερδίσεις εσύ το στοίχημα, θα σου δώσω χίλια ρούβλια. Αν, όμως, κερδίσω εγώ, δε θέλω λεφτά –αλλά θα σου βγάλω τα μάτια. Συμφωνείς;
-Συμφωνώ!, απάντησε η Δικαιοσύνη.
Πήγαν στο δικαστή και τον ρώτησαν πως είναι καλύτερα να ζουν οι άνθρωποι, με την αδικία ή με την δικαιοσύνη;
Ο δικαστής έδωσε την ίδια απάντηση:
-Σήμερα ζει κανείς καλύτερα με την αδικία.
Τότε η Αδικία έβγαλε τα μάτια της Δικαιοσύνης, τα πήρε κι έφυγε.
Η Δικαιοσύνη έμεινε έτσι τυφλή. Μιας και δεν έβλεπε, πήρε ένα ραβδί κι άρχισε να ψαχουλεύει στο δρόμο, για να μη σκοντάψει και πέσει.
Περπάτησε, περπάτησε όλη μέρα και, κάποια στιγμή, όταν νύχτωσε, έφτασε μπροστά σ΄ ένα βάλτο. Κουρασμένη όπως ήταν, ξάπλωσε στην άκρη του βάλτου, στο χορτάρι, για να ξαποστάσει. Τα μεσάνυχτα εμφανίστηκαν πάνω στο βάλτο οι σατανάδες. Ο αρχισατανάς άρχισε να ρωτάει έναν έναν τους σατανάδες τι έκαναν εκείνη τη μέρα.
-Εγώ, λέει ένας σατανάς, κατέστρεψα την ψυχή ενός ανθρώπου.
-Εγώ, λέει κάποιος άλλος, έσπρωξα έναν άνθρωπο να κάνει μια μεγάλη αμαρτία.
Κάποια στιγμή πετάγεται κι η Αδικία και λέει θριαμβευτικά:
-Εγώ έβαλα δυο φορές στοίχημα με τη Δικαιοσύνη. Στο πρώτο κέρδισα εκατό ρούβλια και στο δεύτερο της έβγαλα τα μάτια!
-Για τα εκατό ρούβλια αξίζεις συγχαρητήρια που τα κέρδισες, της λέει ο αρχισατανάς. Αλλά για τα μάτια που πήρες δεν κέρδισες και τίποτα το σπουδαίο. Αν η Δικαιοσύνη τρίψει τα μάτια της με το χορτάρι που φυτρώνει εδώ, θα ξαναβρεί το φως της. η Δικαιοσύνη άκουσε τα λόγια του αρχισατανά και χάρηκε.
Σε λίγο λάλησε ο πετεινός κι η συμμορία των σατανάδων βυθίστηκε και χάθηκε μέσα στο βάλτο. Τότε, η Δικαιοσύνη έκοψε μια φούντα χορτάρι κι άρχισε να τρίβει τις άδειες κόγχες των ματιών της. Και το θαύμα έγινε. Στις κόγχες εμφανίστηκαν και πάλι τα δυο αστραφτερά της μάτια. Έτσι, η Δικαιοσύνη ξαναβρήκε το φως της, πέταξε το ραβδί και πήρε το δρόμο του γυρισμού, αφού έβαλε στο ταγάρι και λίγο θαυματουργό χορτάρι.

Εκείνον τον καιρό είχε χάσει το φως της η κόρη του άρχοντα της χώρας. Απελπισμένος ο άρχοντας έβγαλε φιρμάνι, που έλεγε πως οποίος της ξαναδώσει το φως της θα την πάρει για γυναίκα του.
Άκουσε κι η Δικαιοσύνη για το φιρμάνι και πήγε στο παλάτι. Έτριψε τα μάτια της κοπέλας με το θαυματουργό χορτάρι και της ξανάδωσε το φως.
-Τι θέλεις να σου δώσω για αντάλλαγμα για το καλό που μου κανες; Ζήτησε ό, τι θέλεις και θα το έχεις!, της είπε ο άρχοντας.
-Δε θέλω να μου δώσεις τίποτα! του είπε ταπεινά η Δικαιοσύνη. Το μόνο που θέλω είναι να καταργήσεις τους νόμους της αδικίας και να αφήσεις τον κόσμο να ζει σε συνθήκες δικαιοσύνης. Αν δεν το κάνεις, η κόρη σου θα ξαναχάσει το φως της. το ίδιο και συ κι όλοι εδώ μέσα στο παλάτι!
Ο άρχοντας, που στην αρχή δεν ήθελε να καταργήσει τους νόμους της αδικίας, τρόμαξε απ΄ αυτά που άκουσε. Έβγαλε φιρμάνι που καταργούσε όλους τους άδικους νόμους. Επειδή, όμως, δεν μπορούσε να ζήσει και να κυβερνήσει χωρίς την αδικία, σηκώθηκε κι έφυγε από την χώρα μαζί με την οικογένειά του.
Έτσι, απαλλαγμένοι από την αδικία και από τον άρχοντα-τύραννο, οι κάτοικοι αυτής της μακρινής χώρας άρχισαν να ζουν μια νέα ζωή, χαρούμενα κι ευτυχισμένα, χωρίς μίση, πολέμους, σκοτωμούς και κακουργήματα.
Ομόφωνα διάλεξαν για αρχηγό της χώρα τη Δικαιοσύνη, που, για να κρίνει σωστά κι ανεπηρέαστα, δίκαζε πάντα με δεμένα μάτια και με τη ζυγαριά στο χέρι.
Από τότε οι άνθρωποι έτσι ακριβώς απεικονίζουν τη Δικαιοσύνη: με δεμένα μάτια και με μια ζυγαριά στο χέρι.

από τη Συλλογή Ρώσικα Παραμύθια.





**********************************************************************************